Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τα ρούχα του Αυτοκράτορα

Ο κ. Kόινερ (διηγείται ο Mπρεχτ) συνάντησε κάποιον φίλο του, που είχε χρόνια να τον δει. «E, λοιπόν, εσύ καθόλου δεν άλλαξες!», αναφώνησε ο φίλος του. «Ωχ!» είπε ο κ. Kόινερ – και χλόμιασε... H μικρή και ίσως ενοχλητικά διδακτική ιστοριούλα συνοψίζει το μοτίβο που χαράχτηκε στη μιαν όψη του νομίσματος της modernitè – αυτήν που, όταν το στροβιλίσουμε, κερδίζει. Συνοψίζει τη θεμελιώδη υποχρέωση να ξοδευόμαστε μες στο φευγαλέο παρόν: ν’ αλλάζουμε πάλι, και πάλι, και πάλι. Aν δεν το πετύχουμε, χλομιάζουμε θορυβημένοι – γιατί «οτιδήποτε θά ‘ναι προτιμότερο / παρά η αργή δολοφονία μας από το παρελθόν». Άλλωστε,  η «τωρινή στιγμή» είναι, σε τελική ανάλυση, το μοναδικό αντικείμενο της πολιτικής δράσης – εξού κι οφείλουμε, όπως το κωδικοποιούσαμε άλλοτε, να προβαίνουμε, ανά πάσα στιγμή, σε «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης».

Όμως η ίδια χλομάδα μπορεί να είναι νεκρική, αν αυταπατώμεθα πως αναπαράγουμε «τον επιταχυνόμενο μορφασμό» (θα έλεγε ο Πάουντ) της εποχής, ενώ στην πραγματικότητα χαμογελάμε δουλοπρεπώς και πλέκουμε το εγκώμιο της άνευ όρων προσαρμογής σε κάτι που μοιάζει μοιραίο. Γιατί (θά ‘πρεπε να) είναι αυτονόητο πως το νόμισμα της modernitè δεν περνάει αν δεν χαραχτεί σωστά και η άλλη πλευρά του – όπου θα κοκκίνιζες από ντροπή αν κάποιος σου έλεγε πως άλλαξες κι εννοούσε πως, για χάρη Kύριος οίδε ποιου power game, ποιου ψίχουλου φήμης, ξεπούλησες κι απλώς συμμορφώθηκες. Kι αν ενοχλεί αυτή η «ηθική» διατύπωση, μπορούμε να μεταφράσουμε την ίδια πεποίθηση στην καθαρή γλώσσα της «αισθητικής», ως εξής: «Tο ωραίο είναι καμωμένο από ένα στοιχείο αθάνατο, αναλλοίωτο [...] κι από ένα στοιχείο σχετικό, περιστασιακό», που το αποτελούν εναλλακτικά «η εποχή, η μόδα, η ηθική, το πάθος» – και που είναι «το διασκεδαστικό, γαργαλιστικό κι ορεκτικό περιτύλιγμα του θείου γλυκίσματος», αλλά είναι κι ο μόνος τρόπος να πιαστεί στην παγίδα της συνείδησής μας, δίχως να μας συντρίψει (κι ίσως ο μόνος τρόπος να υφίσταται καν, για μας), το αναλλοίωτο, παραμόνιμο στοιχείο. Έτσι τουλάχιστον το διατύπωσε ο Mπωντλαίρ – που δεν τον βαρύνει κάποια τυχαία αμαρτία της «σύγχρονης ζωής», αλλ’ απευθείας το προπατορικό αμάρτημα της πλήρους εμπλοκής στην (εκάστοτε) «μοντέρνα συνθήκη».

Όλ’ αυτά είναι αυτονόητα. Eπαναλαμβάνοντάς τα, θα έπρεπε ήδη να έχω χλομιάσει. Aλλά φαίνεται πως επείγει να τα επαναλάβουμε, καταπιέζοντας τη διάθεση (την υποχρέωση) να πούμε κάτι πέραν αυτών. Γιατί οποιοσδήποτε επέλεξε να δημοσιοποιεί τα προσωρινά πάντα αποτελέσματα της διαρκούς εργασίας του για να κριθούν (και δι’ αυτών να κριθεί) φαίνεται πως πιέζεται αφόρητα πια, απ’ όλα τριγύρω του, να θέσει σε κυκλοφορία ένα νόμισμα που έχει μόνο μιαν όψη. Η επιλογή του διάνοιξε, υποτίθεται, την οδό δια της οποίας κάποιος καθίσταται εν καιρώ – πώς το λένε; «επώνυμος». Όμως «επώνυμος» φαίνεται πως είναι πια όποιος μετατρέπει απευθείας τη δημόσια εικόνα του στο κατεξοχήν εμπόρευμα που πουλάει. Συνεπώς κι ό,τι αποθησαυριζόταν ώς χθες μέσω της πρόσληψης της δημοσιοποιημένης εργασίας (κάποια άλως, μια ψιθυριστή έγκριση, ένα άτυπο, έλλογο εγκώμιο πλεγμένο γύρω της) έχει αξία μόνον αν αντιστραφεί σε άλλοθι, αν ενισχύει δηλαδή το κατεξοχήν εμπόρευμα: την εμπορευματοποιημένη καθ’ εαυτήν, αυτονομημένη δημόσια εικόνα. Δεν ξέρω όμως κατά πόσον αυτή η μετάπτωση αξίας, αυτός ο μετατονισμός της ματαιοδοξίας (έστω), αφήνει οποιοδήποτε υπόλοιπο. Γιατί στην ηθική ευθύνη που αναλαμβάνει όποιος κάνει τη δουλειά του σωστά υποκαθίσταται βαθμιαία (και την εξουδετερώνει αναλόγως) η διαχωρισμένη υποχρέωση να κερδίσεις, να φανείς: Στον δισδιάστατο κόσμο της κάθε είδους οθόνης, όπου εγκλωβίστηκες, μόνο ό,τι φαίνεται υπάρχει. Kαι, για να κερδίσεις στα σίγουρα, η όψη της ντροπής κηρύσσεται εξ ορισμού χαμένη, οριστικά αθέατη: αποσιωπάται, αφανίζεται μπρος στον κίνδυνο να φανείς παρωχημένος, ηθικολόγος.

Aλλά σ’ αυτήν την αποσιωπημένη όψη (κι ακριβώς επειδή την αποσιωπούμε σαν να μην υπήρξε ποτέ) παίζεται και χάνεται, πάλι, και πάλι, και πάλι, η τσίπα – ώσπου συμμορφώνεσαι και δεν βλέπεις καν πόσο πετυχημένα εξετάστηκες και προβιβάστηκες σ’ ό,τι υποτίθεται πως σιχαινόσουν... Kι αν εξακολουθήσεις να πουλάς, μαζί με τη δημόσια εικόνα σου, κι εκείνη την παλιά σιχασιά, ε, μα αυτό ήταν το ζητούμενο: η απόλυτη νόθευση – ώστε ν’ αχρηστευτεί εντέλει και η πλευρά που (δήθεν) κερδίζει: να παγιδευτεί η «τωρινή στιγμή» μες στην εικονική αλλαγή των πάντων κι έτσι να πάψει ν’ αποτελεί διακύβευμα.

Όλα τριγύρω πιέζουν – αλλά όχι με την κωμική επιφάνειά τους, αυτή εύκολα απορρίπτεται: Δείχνεις ακόμη, καγχάζοντας εκ του ασφαλούς (έτσι νιώθεις), τους «συναδέλφους» που κάνουν τον καραγκιόζη στα πάνελ, στα πρωινάδικα, στα φεστιβάλ, στις εκθέσεις, σε περφόρμανς της συφοράς ή, αντιθέτως, φορώντας στα blogs και στο facebook τον ακάνθινο στέφανο της «περιθωριοποίησης» – ό,τι νά ‘ναι, αρκεί να νιώσουν, έστω και ex contrario, επιτέλους περίοπτοι...  Α, ναι, νιώθεις σίγουρος: Το να δημοσιοποιείς τη δουλειά σου και το να είσαι κατά τον τρέχοντα ορισμό «επώνυμος» είναι δύο σημεία εξ ορισμού αντιδιαμετρικά, κι απαιτείται επαρκής διάβρωση για να συμπέσουν στη συνείδησή σου ακαριαία... Όμως  – όλα τριγύρω πιέζουν μέσω του παγερού κενού που είναι η ουσία τους, του κενού όπου ως γνωστόν ο ήχος δεν διαδίδεται. Κι έτσι δεν έχεις επιστροφή ήχου, γαμώ το! Ακούει κανείς; Όλα τριγύρω πιέζουν γιατί σιγά-σιγά, μέσω του αισθήματος ματαίωσης που δεν αποφεύγεται, ενδοβάλλονται: τα δύο σημεία διολισθαίνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο σιγά-σιγά... Έτσι ώστε, κάθε φορά που δημοσιοποιείς κάποια δουλειά σου, πρέπει να εύχεσαι στον εαυτό σου τουλάχιστον την αναισθησία πολλών μαζί κυνικών – αν «η συνειδητή ευγένεια της απελπισίας» κατήντησε ανέφικτη. Ίσως να μήν υπάρχει άλλος τρόπος ν’ ανακόπτεται και ν’ αρχίζει κάθε φορά εξ αρχής η αντίστροφη μέτρηση – που κάποια φορά δεν θ’ ανακοπεί. Γιατί το απέραντο πεδίο όπου ο φόβος του θανάτου διασκορπιζόταν κι αραίωνε δεν απλώνεται πια μπροστά μας, εκτείνεται πίσω απ’ τη ράχη μας...

Ας μη μας δώσει ο Θεός τα ρούχα του Αυτοκράτορα που θα ραφτούν τότε για μας, ας μη μας δώσει όλη την αυτογελοιοποίηση που θα αντέχουμε ερήμην μας: πιστεύοντας ακόμη (αυτός είναι ο πυρήνας της) πως Εμείς, α, Εμείς αλλάζοντας ρούχα παραμείναμε αμετακίνητοι, όπως άλλωστε επέβαλλε η διττότητα της modernitè, στις αρχές μας.

 

Δείτε όλα τα σχόλια