Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Richard Seymour: Η νυχτερινή πλευρά της λογικής

Το πρόσταγμα για άσκηση διανοητικής εντιμότητας ισοδυναμεί συνήθως με δολιοφθορά της σκέψης.

Theodore Adorno

 

Αυτός που λέει «Μην ψεύδεσαι!» πρέπει πρώτα να πει «Δώσε μου μια απάντηση!» και ο Θεός δεν παραχώρησε σε κανέναν το δικαίωμα να απαιτεί από τους άλλους μιαν απάντηση. «Μην ψεύδεσαι!» «Πες την αλήθεια!» είναι λόγια που δεν πρέπει να λέμε ποτέ σ’ έναν άλλο άνθρωπο, εφόσον αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή του ως ισότιμη με τη δική μας.

Milan Kundera

 

I.

Το πρόβλημα με την αντίληψη περί μιας «πολιτικής τής μετα-αλήθειας» δεν έγκειται μόνο στο τι υπονοείται για την προγενέστερη της μετα-αλήθειας πολιτική. Εάν μιλήσουμε σοβαρά, η συγκεκριμένη αντίληψη αποτελεί κατηγορικό λάθος. Δεν είναι η αλήθεια, αλλά γεγονότα που αποδείχθηκαν ανεπαρκή.

Η ίδια η κατηγορία τού «γεγονότος» ως αντικειμενικού συστήματος μέτρησης της πραγματικότητας, που μπορεί να πιεστεί από την ιδεολογία, επηρεάστηκε δυσμενώς από την πιστωτική κατάρρευση και τη συνακόλουθη οικονομική δυσπραγία. Η τεχνογνωσία, όπως μας υπενθυμίζει ο Michael Gove, μας προκάλεσε προβλήματα. Η φαινομενική ουδετερότητά της, διαφημισμένη στο πλαίσιο της κοινής λογικής, έχει πια εκτεθεί ανεπανόρθωτα ως φέρουσα απλώς το κύρος της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ο σερ Humphrey Appleby μπορεί να ακούγεται ως τεχνοκράτης μονάχα στον βαθμό που οι στόχοι προς τους οποίους προσανατολίζονται οι τεχνικές του θεωρούνται δεδομένοι. Ο Sam Kriss θέτει το ζήτημα αφοριστικά: «πολιτική που αποτελείται από γεγονότα και τίποτε άλλο, δεν είναι πολιτική αλλά διαχείριση». Και οι διαχειριστές, από άποψη κύρους, έχουν εκπέσει.

II.

Η «πολιτική τής μετα-αλήθειας» είναι απλώς μια συνθήκη στην οποία ζούσαμε εν κρυπτώ. Η «αποκρουστική λατρεία των γεγονότων», όπως την αποκαλούσε ο Wilde, η τυραννία της τεχνικής, είναι μια αποφυγή της αλήθειας.

Υπό το πρίσμα μιας λιγότερο διευρυμένης λογικής, είναι πιθανό να αναρωτηθούμε αν μια συγκεκριμένη δήλωση είναι αληθής ή όχι – εάν, δηλαδή, είναι πραγματολογική, εάν στηρίζεται σε γεγονότα. Τι θα σήμαινε όμως να αναρωτηθούμε αν ο φιλελευθερισμός, ο σοσιαλισμός ή ο φασισμός στηρίζονται σε γεγονότα; Σε καθένα από τα υπό συζήτηση θέματα μπορεί να συγκροτηθεί μια ενότητα πραγματολογικών ισχυρισμών που δύνανται να τα υποστηρίξουν, όμως η αλήθεια ή η αναλήθειά τους είναι εγκατεστημένη αλλού, εγγράφεται στο πεδίο της επιθυμίας. Όταν η πολιτική το αποκρύπτει αυτό, όταν δεν μπορούμε πια να διατυπώσουμε ερωτήματα για την αλήθεια του υπό συζήτηση θέματος, τότε η πολιτική μας έχει γίνει «μετα-αλήθεια».

Είναι απολύτως σαφές το πώς προέκυψε αυτή η κατάσταση. Η πολιτική αποτελεί ζήτημα περισσότερο διαχείρισης μάλλον παρά μάχης, ειδικά αν η μία πλευρά έχει καταγάγει ολοκληρωτική, συντριπτική νίκη. Ό,τι θα μπορούσε κανείς να πει για το 1989 και τα συναφή, δεν είναι πως ο κομμουνισμός τελικά ηττήθηκε, αλλά μάλλον πως η μακροχρόνια ήττα του επικυρώθηκε και καταγράφηκε ευθύς αμέσως σε μια αποτελεσματική συστολή του ορίζοντα των δυνατοτήτων. Όπως το θέτει ο Enzo Traverso, «μια ολόκληρη αναπαράσταση του εικοστού αιώνα», μέσα στην οποία οι καταστροφές που συνέβησαν δημιούργησαν το έδαφος για να ανθίσουν οι επαναστατικές ελπίδες, απλώς κατέρρευσε.

Ό,τι απέμεινε στην ιστορία των νικητών ήταν η καθαγιασμένη θυματοποίηση και η τραγωδία. Η μάχη μέχρι στιγμής δεν ήταν παρά ένα ατυχές (αν και δυστυχώς απαραίτητο) πρελούδιο στη Σάνγκρι-Λα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Αυτό ήταν το «τέλος της Ιστορίας» – και οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν κυμαίνονταν από την ανακούφιση ώς τον ενθουσιασμό.

Σε τέτοιες συνθήκες κατέστη επιτρεπτό να λέμε οτιδήποτε, ακόμα και την αλήθεια, χωρίς ωστόσο κάτι τέτοιο να έχει την παραμικρή διαφορά. Επειδή η πολιτική είχε μετακινηθεί πίσω από τη διάσταση της αλήθειας. Αυτό το αποκαλούσαν κάποιες φορές «μετα-πολιτική» ή «μετα-δημοκρατία», όμως ο όρος «πολιτική της μετα-αλήθειας» είναι εξίσου επαρκής.

III.

Όλ’ αυτά δεν σημαίνουν απαραιτήτως ότι παρατηρήθηκε ποσοτική αύξηση στον όγκο του πολιτικού ψεύδους τα τελευταία χρόνια. Πραγματοποιήθηκε απλώς μια μετατόπιση του πολιτικού φαντασιακού. Το ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου αξιολογούμε τους ισχυρισμούς περί αλήθειας είναι τέτοιο που, ενώ λιγότεροι άνθρωποι είναι πιθανό να θεωρήσουν πραγματική μια θολή λήψη από δορυφόρο όπου υποτίθεται ότι απεικονίζονται εργαστήρια όπλων, αναλογικά περισσότεροι άνθρωποι είναι πιθανό να υιοθετήσουν την άποψη ότι οι Μεξικανοί μετανάστες είναι βιαστές.

Στην εποχή όπου το συνθηματοποιημένο αίτημα «πόλεμος στην τρομοκρατία» ήταν κυρίαρχο, έγινε συχνά λόγος για την απειλή εναντίον της λογικής από ανόσιους ισλαμιστές, μεταστρουκτουραλιστές, συνωμοσιολόγους και αριστερούς. Ποικίλα βιβλία γράφτηκαν από εκπροσώπους του «κραταιού φιλελευθερισμού» που εξυμνούσαν μια ιστορικά κατακερματισμένη, φετιχιστική εκδοχή του Διαφωτισμού ως τη μοναδική αξιοσημείωτη κατάκτηση του «Δυτικού πολιτισμού». Θα μπορούσαμε εύκολα να πιστέψουμε τότε κάθε είδους παράδοξες και ψεύτικες ιστορίες, συμπεριλαμβανομένων αυτών για την Αλ Κάιντα – τη μαύρη τρύπα μέσα στην οποία συμπιέστηκαν όλα τα παγκόσμια προβλήματα.

Και αν τα ψέματα που λέμε και πιστεύουμε έχουν αλλάξει, είναι ανώφελο ν’ ανταποκριθούμε σ’ αυτό με πένθιμη νοσταλγία για το πολύ πρόσφατο παρελθόν. Σύμφωνα με τον Lacan, κάποιος που ψεύδεται στο ντιβάνι λειτουργεί πάντα κάτω απ’ τον αστερισμό της αλήθειας. Μπορεί κάποιος να μιλάει πραγματολογικά όλη μέρα, μ’ έναν τρόπο κενό, στερημένο υποκειμενικής αλήθειας (την οποία μάλλον αποφεύγει). Κάτι τέτοιο αποτελεί κομμάτι της αντίστασης στην αναλυτική διαδικασία. Απ’ τη στιγμή όμως που κάποιος ψεύδεται, γίνεται δημιουργός. Και δεν υφίσταται δημιουργία που να μην προϋποθέτει την επιθυμία. Όταν αρχίζεις να ψεύδεσαι, λες την αλήθεια για την επιθυμία σου – ίσως με τον μοναδικό τρόπο που είναι εφικτός, μέσω μεταβιβάσεων και μεταφορών.

Τα ψέματα που μπορεί να λέμε για τους μετανάστες, για παράδειγμα, αποκαλύπτουν την αλήθεια για μας. Εάν δεν είμαστε σε θέση να πούμε ότι «όσο και να μειωθεί ο αριθμός των μεταναστών, οι μετανάστες παραμένουν πολλοί και θα έπρεπε να τιμωρούνται βάναυσα για την παρουσία τους στη χώρα μας», μπορούμε αντιθέτως να υπερβάλουμε στους αριθμούς, να ταυτοποιήσουμε τους μετανάστες με τους «κακούς» και τους «παράνομους» και να τους καταστήσουμε εξιλαστήρια θύματα για τις σεξουαλικές επιθέσεις και όλα τα βίαια εγκλήματα.

Αυτός, φυσικά, είναι ένας από τους λόγους που συχνά καθίσταται ανώφελο να προσεγγίσουμε τις πολιτικές διαφωνίες ως μια κοινωνία που συνδιαλέγεται. Μπορεί κανείς να διορθώσει τις ψευδείς στατιστικές, όμως οι άνθρωποι δεν διαχωρίζονται απλώς σε αυτούς που εξαπατούν και αυτούς που εξαπατώνται. Ακόμα και όταν ψεύδονται, λειτουργούν, όπως είπαμε, κάτω απ’ τον αστερισμό της αλήθειας. Η διόρθωση ενός ψέματος, όσο και αν κρίνεται αυτοτελώς αναγκαία, δεν διευκολύνει τη μετάβαση σ’ εκείνον τον άλλο τόπο, τον τόπο της επιθυμίας – και ως τέτοια, από τη φύση της, αφήνει το ψέμα ανέπαφο.

IV.

Έχω μεγαλοποιήσει το όλο ζήτημα. Δεν περιορίστηκα στην πραγματολογική του διάσταση.

Η «ολοκληρωτική» νίκη του καπιταλισμού ήταν πάντοτε προσωρινή και υπό όρους και πάντοτε στο έλεος των εσωτερικών δυσλειτουργιών της. Για να νικήσει πλήρως ο καπιταλισμός, θα έπρεπε να γίνει αόρατος – και ακόμα κι ένας μαιτρ των ιδεολογικών ψευδαισθήσεων δεν θα μπορούσε ποτέ να απεργαστεί τέτοιο τέχνασμα.

Επιπλέον. δεν ισχύει καθόλου πως οποιοσδήποτε μπορεί να λέει οτιδήποτε, ειδάλλως η ύπαρξη ολοκληρωτικών συστημάτων επιτήρησης δεν θα ήταν αναγκαία. Κανένας δεν θα πήγαινε φυλακή γι’ αυτά που λέει, αν τα λεγόμενά του δεν είχαν αντίκτυπο.

Θα ήταν επίσης παιδιάστικο να καταδείξουμε πως το ποσοστό απόκλισης μεταξύ πολιτικών ισχυρισμών και γεγονότων είναι πολύ υψηλότερο στην εποχή του Trump, του Farage και της Le Pen. Αυτοί, εξάλλου, δεν είναι ακριβώς τεχνοκράτες: αποσκοπούν στο να αντικαταστήσουν την αποκρουστική λατρεία των γεγονότων με την αποκρουστική λατρεία της εξουσίας.

Αλλά καταδεικνύοντας κάτι τέτοιο, προσβάλλω επίσης τους αναγνώστες μου. Για να υπεκφεύγω έτσι, θα πρέπει σιωπηλά να υποθέτω πως οι αναγνώστες μου είναι στενόμυαλοι, αφελείς ανόητοι, χωρίς ικανότητα κριτικής σκέψης. Σαν να μην είναι σε θέση να αντιληφθούν μια ρητορική υπερβολή και να κατανοήσουν τη συμβολή της στην ανάδειξη του ζητήματος: σαν να μην έχουν διαβάσει ποτέ μυθιστόρημα, να μην έχουν ακούσει ποτέ ανέκδοτο. Είτε αυτό συμβαίνει είτε συμπεριφέρομαι σαν να φοβάμαι πως κάποια ανώτερη αρχή θα με τιμωρήσει που εκθέτω τις απόψεις μου χωρίς προφύλαξη. Σε κάθε περίπτωση, αυτοτρομοκρατούμαι.

Τόσο η φασματική μάζα όσο και η υποτιθέμενη ανώτερη αρχή από τις οποίες μπορεί να τρομοκρατούμαστε αποτελούν μορφές ενός τεχνοκρατικού φαντασιακού, της δικτατορίας των γεγονότων – που είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να μιλήσει κανείς για την τυραννία των νικητών. Απ’ ό,τι φαίνεται, πρέπει να ζήσουμε κάτω από τον ζυγό αυτού του δικτατορικού καθεστώτος, γιατί οποιαδήποτε πρόκληση απέναντι στα γεγονότα είναι ένας επικίνδυνος πειρασμός λαϊκιστικού τύπου που ενδέχεται να εξωθήσει τους σοφούς επιτηρητές σε τιμωρητικές συμπεριφορές προς αποκατάσταση της τάξης.

Η προσκόλληση στην πραγματολογική διάσταση συνιστά μια κάποια μορφή ευλάβειας. Σημαίνει να είναι κανείς αφοσιωμένος σ’ έναν τρόπο σκέψης εντός του οποίου η έννοια του γεγονότος είναι κυρίαρχη. Υπ’ αυτό το πρίσμα ο Adorno πίστευε ότι ένα συγκεκριμένο είδος εμμονικής διανοητικής εντιμότητας μπορούσε να κατρακυλήσει σε διανοητικό κομφορμισμό, καταλήγοντας σε ανικανότητα για οποιαδήποτε καινούργια σκέψη. Φαίνεται ότι για να μπορεί κανείς στ’ αλήθεια να σκέφτεται, πρέπει να πάψει να εκφοβίζεται από τα γεγονότα.

Ακόμα κι έτσι κάθε συζήτηση, για να είναι ενδελεχής, πρέπει να διαθέτει πλεόνασμα παιχνιδιού, επινοητικότητας, υπερβολής, ανατροπής και παράβασης. «Για να δοκιμάσουμε την Πραγματικότητα», είπε ο Wilde για το παράδοξο, «πρέπει να την δούμε πάνω στο σχοινί. Όταν οι Αλήθειες σχοινοβατήσουν, μόνο τότε μπορούμε να τις κρίνουμε».

V.

Η νυχτερινή πλευρά της λογικής είναι η διάσταση της πολιτικής αλήθειας. Έχει σχέση με αυτό στο οποίο ο Adorno αναφερόταν ως «ηδονή και παράδεισο» και με την ονειρική ποιότητα της δουλειάς που καλούμαστε να κάνουμε προκειμένου να εκφραστούν όλ’ αυτά με σαφήνεια – η επιθυμία που κινητοποιεί τη λογική.

Στη σκληρή γλώσσα της νεοφιλελεύθερης σκέψης προϋποτίθεται πως ήδη γνωρίζουμε αυτό που επιθυμούμε. Δεν υπάρχει παρά μονάχα μια νόμιμη επιθυμία, που δεν είναι άλλη από τη μεγιστοποίηση της χρησιμότητας – όπου ο όρος περιλαμβάνει οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι «χρήσιμο» για μας, είτε πρόκειται για ατμομάγειρα είτε για ρομαντικό ειδύλλιο. Και αν όλα τα πολιτικά ερωτήματα εκπέσουν σε διαφορετικές εκδοχές ρύθμισης και ελέγχου πράξεων και των αποτελεσμάτων που επιφέρουν, τότε το να αποφασίζουμε τι πραγματικά θέλουμε ουδέποτε αποτελεί πρόβλημα. Το ερώτημα της επιθυμίας έχει κατασχεθεί. Η πύλη προς τη διάσταση της πολιτικής αλήθειας σφραγίζεται.

Αλλά η αλήθεια, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα βρει διέξοδο. Και η «πολιτική τής μετα-αλήθειας» δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα της εκ νέου ανάδυσής της.

 

Μετάφραση: Ευαγγελία Κουλιζάκη

*Ο Richard Seymour είναι μαρξιστής θεωρητικός, συγγραφέας και ακτιβιστής, υποψήφιος διδάκτωρ Κοινωνιολογίας στη London School of Economics. Έχει συνεργαστεί με έντυπα όπως ο Guardian και το Jacobin, ενώ διατηρεί το blog The Lenin’s Tomb, όπου και δημοσιεύτηκε το παρόν κείμενο.

Δείτε όλα τα σχόλια