Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ελληνική προεδρία και ευρωπαϊκή εκπαιδευτική ατζέντα

Εορταστικό διάκοσμο μιας τυπικής διαδικασίας αποτελούν πλέον οι ανά εξάμηνο εναλλασσόμενες προεδρίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Παύλος Χαραμής, πρόεδρος του ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ

Εορταστικό διάκοσμο μιας τυπικής διαδικασίας αποτελούν πλέον οι ανά εξάμηνο εναλλασσόμενες προεδρίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες και η διαφυγή από την «πεπατημένη» του νεοφιλελευθερισμού φαντάζει αδύνατη. Ειδικά η ελληνική προεδρία, με δεδομένες τις προτεραιότητες και τις στοχεύσεις της κυβέρνησης των Σαμαρά και Βενιζέλου, πόρρω απέχει από μια τέτοια προοπτική. Η ίδια φθορά και αποτελμάτωση παρατηρείται αναπόφευκτα και στα εκπαιδευτικά ζητήματα. Πρυτανεύει η διεκπεραίωση μιας πολιτικής που έχει ήδη σχεδιαστεί κεντρικά και που όλο και περισσότερο επιτονίζει τα νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά της, μακριά από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις των καιρών. Ταυτόχρονα, η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να εκμεταλλευτεί κάθε δυνατότητα που της παρέχει η ελληνική προεδρία στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια απέλπιδα προσπάθεια για τη δημιουργία θετικών εντυπώσεων και τον προσπορισμό ωφελημάτων στον τομέα της επικοινωνίας ενόψει των αναμενόμενων εκλογικών αναμετρήσεων.

Κεντρικό στοιχείο του σχεδιασμού που θέλουν να προβάλουν οι κυρίαρχες δυνάμεις στην ΕΕ στον τομέα της εκπαίδευσης, με δεδομένο το ισχύον οικονομικό πλαίσιο - οικονομικοί περιορισμοί και περικοπές – είναι η στενότερη σύνδεση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης με την οικονομική ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή. Τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, ισχυρίζονται οι σχεδιαστές της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής, πρέπει να συμβάλλουν σε μια αειφόρο οικονομική ευημερία και στην εξασφάλιση θέσεων εργασίας, ειδικά για τους νέους. Αυτό επιδιώκεται να επιτευχθεί με δύο τρόπους: με την προαγωγή της παγκοσμιοποιημένης αγοράς εργασίας των ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών και της καινοτομίας, και με τη διασφάλιση των αναγκαίων δεξιοτήτων και ικανοτήτων για κάθε πολίτη της ΕΕ. Η προαγωγή των δημοκρατικών αξιών, ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η κοινωνική συνοχή, η προετοιμασία των νέων για ενεργητική συμμετοχή στα κοινά, η περιβαλλοντική ευαισθησία και η διαπολιτισμική συνείδηση είναι ο συμπληρωματικός διάκοσμος που διανθίζει αυτή τη ρητορική.

Σε αυτό το πλαίσιο, κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας θα τεθούν σε δημόσια συζήτηση δύο ντοκουμέντα στα οποία η ΕΕ δίνει μεγάλη σημασία. Πρόκειται αφενός για τα πορίσματα του Προγράμματος «PISA 2012» που υλοποίησε ο ΟΟΣΑ, και αφετέρου τα συμπεράσματα του Προγράμματος για τη Διεθνή Αξιολόγηση των Ικανοτήτων των Ενηλίκων (PIAAC), που υλοποιήθηκε από την ΕΕ. Τα ντοκουμέντα αυτά αναμένεται να συζητηθούν τον προσεχή Φεβρουάριο και θα οδηγήσουν στη λήψη αντίστοιχων μέτρων. Βασικά θέματα σε αυτή τη συζήτηση, ανάμεσα σε άλλα, θα είναι οι ψηφιακές δεξιότητες και ο ψηφιακός αλφαβητισμός, οι μέθοδοι μάθησης, η αξιοποίηση των ανοιχτών πόρων εκπαίδευσης και η μαθητεία. Παράλληλα, η ελληνική προεδρία θα δώσει ιδιαίτερο βάρος στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, με αιχμή την εναρμόνιση των ικανοτήτων μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.

Στη Σύνοδο των υπουργών παιδείας και νεολαίας του προσεχούς Ιουνίου θα συζητηθεί το θέμα της «διασφάλισης της ποιότητας» σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης και κατάρτισης. Άλλα ζητήματα που έχουν ενταχθεί στην ατζέντα της ελληνικής προεδρίας της ΕΕ είναι το νέο σύστημα κατάταξης των τριτοβάθμιων ιδρυμάτων «U-Multirank», η εφαρμογή του νέου προγράμματος «Έρασμος» (Erasmus +), η περαιτέρω προώθηση της γλωσσομάθειας των νέων ως «ουσιαστικού στοιχείου μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας της γνώσης» και η αρχική εκπαίδευση και συνεχής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Τέλος, στο πεδίο της ισότητας και της κοινωνικής συνοχής η προεδρία θα δώσει ιδιαίτερο βάρος στην προσχολική εκπαίδευση και στην πρώιμη σχολική διακοπή (διαρροή).

Μια παρόμοια ιεράρχηση παρατηρείται και στα ζητήματα της νεολαίας, όπου έμφαση θα δοθεί επίσης στην προώθηση της κοινωνικής συνοχής. Πρόθεση είναι να ληφθούν μέτρα για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού των νέων, σε τομείς όπως η κουλτούρα και η επιχειρηματικότητα.

Τρία τουλάχιστον βασικά σημεία τεκμηριώνουν τον υποκριτικό χαρακτήρα αυτής της ρητορικής. Το πρώτο αφορά μια θεμελιακή αντίφαση που επισημαίνεται ανάμεσα στις διακηρύξεις και την πράξη: ενώ προβάλλεται σε κάθε ευκαιρία η ανάγκη να διατηρηθεί ένα υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισης, οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες στις περισσότερες χώρες καθιστούν πλήρως απαγορευτικό αυτό το στόχο. Το δεύτερο αφορά τις κοινωνικές διαστάσεις αυτής της πολιτικής: είναι εύκολη η ρητορική της προώθησης της ένταξης μέσω της εκπαίδευσης και της κοινωνικής συνοχής, αλλά οι πολιτικές της πρόσδεσης των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στα επιχειρηματικά συμφέροντα και των ιδιωτικοποιήσεων κινούνται προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Το τρίτο αποτελεί την αναπόφευκτη προέκταση των άλλων δύο: όσο κι αν προβάλλεται η ανάγκη για παράλληλη προώθηση της αποτελεσματικότητας και της ισότητας στην εκπαίδευση, εκείνο που τελικά επιδιώκεται είναι η βελτίωση της ποιότητας για ολοένα και λιγότερους. Ταυτόχρονα, αυξάνεται ραγδαία ο αριθμός των νέων που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την εκπαίδευση χωρίς να έχουν καν συμπληρώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση και χωρίς να διαθέτουν κάποια επαρκή πιστοποίηση.

Είναι προφανές ότι χωρίς μια συνολική επαναθεμελίωση της ΕΕ και ένα ριζικό αναπροσανατολισμό της, ώστε να ενισχυθούν τα πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά της, σε αντίθεση με τις πολιτικές της ενίσχυσης του ρόλου των αγορών και των τραπεζών, δεν δικαιώνεται η ύπαρξή της. Καθώς μάλιστα στην Ελλάδα έχει επιβληθεί ένας ρόλος πειραματόζωου σε ό,τι αφορά τη λιτότητα και τις περικοπές, θα είχε δικαίωμα όσο και υποχρέωση η ελληνική κυβέρνηση να προωθήσει μια διαφορετική πολιτική, για μια Ευρώπη της ανάπτυξης, της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας, με έμφαση στην κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη. Μια τέτοια πολιτική όμως είναι εντελώς ξένη προς τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της παρούσας κυβέρνησης.

 

Δείτε όλα τα σχόλια