Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια ριζική καινοτομία στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης- Η πρώτη σχολή πολιτικής επιστήμης- Η Πάντειος

Στα πλαίσια της όλης προσπάθειας της Κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου για έναν αστικό εκσυγχρονισμό της νεοελληνικής κοινωνίας και για την αντιμετώπιση των νέων κοινωνικών φαινομένων τα οποία προβάλλουν έντονα στην κοινωνικό-πολιτική σκηνή...

Στα πλαίσια της όλης προσπάθειας της Κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου για έναν αστικό εκσυγχρονισμό της νεοελληνικής κοινωνίας και για την αντιμετώπιση των νέων κοινωνικών φαινομένων τα οποία προβάλλουν έντονα στην κοινωνικό-πολιτική σκηνή, γίνεται αναγκαία η προσέγγιση νέων επιστημονικών χώρων που υπερβαίνουν τα στενά όρια της Νομικής Επιστήμης του Δημόσιου και Συνταγματικού Δικαίου, της παραδοσιακής Ιστορικής γεγονοτολογικής αφήγησης και της Λαογραφίας. Aυτή τη νέα κοινωνική δυναμική/ανάγκη υπηρετεί, για πρώτη φορά στην νεοελληνική πανεπιστημιακή παράδοση, η θεσμοθέτηση επιστημονικών αντικειμένων μελέτης των δυναμικών συγκρουσιακών σχέσεων Κοινωνίας και Κρατικών Θεσμών, με την ίδρυση/πλήρωση έδρας Κοινωνιολογίας, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης που όπως είδαμε κατέλαβε ο Αβροτέλης Ελευθερόπουλος. Ταυτόχρονα, στο Αθηνών στα 1929 θεσμοθετήθηκε έκτακτη έδρα με το ίδιο αντικείμενο, που ως υφηγητής στην αρχή και λίγο αργότερα –στα 1933 - ως καθηγητής εκλέχτηκε ο νεότατος Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται, έστω και με μια ιδιότυπη ιδιωτική πρωτοβουλία - που καμιά αναλογία δεν έχει με τις σημερινές αγοραίες επιχειρήσεις του χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης – και με το στενότατο απ' αρχής εναγκαλισμό και έλεγχο του κράτους, η ίδρυση της πρώτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών στην Αθήνα, στα 1930. Επρόκειτο για γεγονός που «θα μπορούσε να δει κανείς «ως το τελευταίο πνευματικό δημιούργημα των εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων των φιλελευθέρων» και ταυτόχρονα ως «εκπαιδευτικό πραξικόπημα» - σύμφωνα με τον Κουτσούκη – στην κυρίαρχη παράδοση και αντίληψη στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Προϊστορία

Η ανάγκη ύπαρξης Σχολής Πολιτικών Επιστημών, βέβαια, είχε επισημανθεί ήδη από την εποχή του Χαριλάου Τρικούπη και είχε επιχειρηθεί κατά την διάρκεια της πρώτης Κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου, η οποία στα 1911 είχε καταθέσει σχετικό νομοσχέδιο, το οποίο όμως δεν προχώρησε λόγω της εμπλοκής της χώρας στους Βαλκανικούς Πολέμους. Το ενδιαφέρον είναι ότι την ανάγκη ύπαρξης ανεξάρτητου επιστημονικού κλάδου μελέτης των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων και του όλου πολιτικού συστήματος, πρώτοι διαπίστωσαν κιόλας από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, καθηγητές του Συνταγματικού, που αν και βαθιά επηρεασμένοι από την Γερμανική Νομική Θεωρία περί Κράτους, συνειδητοποιούσαν ότι η πολιτική πράξη υπερβαίνει τα όρια των Νομικών τους μελετών. Ο Ν. Ν. Σαρίπολος ήδη στην εισαγωγή του στο ‘Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο' στα 1915 αναφέρετε στην ανάγκη διαφοροποίησης ανάμεσα στη νομική και πολιτική επιστήμη. Ακόμη πιο συστηματικά ο Αλέξανδρος Σβώλος από τα 1921 στο άρθρο του ‘Η κοινωνική κατεύθυνσις εν τη εξελίξει του Κράτους' εισήγαγε πρώτος την κοινωνική και πολιτική διάσταση στη μελέτη του δικαίου, συμβάλλοντας σημαντικά – όπως αναφέρουν οι Νικηφόρος Διαμαντούρος και Μιχάλης Σπουρδαλάκης στη μελέτη τους ‘Η πολιτική Επιστήμη στην Ελλάδα' – στη συστηματική και διακριτή μελέτη του πολιτικού φαινομένου.

Απαρχή

Το αίτημα πάντως παίρνει σάρκα και οστά μέσα από την πρωτοβουλία του σωματείου ‘Εκπαιδευτική Αναγέννησις', που ίδρυσε το 1924 ένας ιδιότυπος υπερσυντηρητικός αλλά και ρηξικέλευθος μεταρρυθμιστής – ‘φασίζοντα' τον θεωρεί ο Μαρκέτος ‘περιθωριακό ριζοσπάστη' ο Κουτσούκης - βουλευτής της Εθνοσυνέλευσης του 1923 με την δεξιά πτέρυγα του Κόμματος των Φιλελευθέρων, προσωπικός φίλος του Βενιζέλου, ο Κύπριος από την Λεμεσό, Γεώργιος Φραγκούδης. Άποψη του :«Εάν είναι αληθές ότι δια της εκπαιδεύσεως και μόνον είναι δυνατόν να δημιουργηθή η Ελληνική πατρίς, η ίδρυσης Σχολής [εννοεί Πολιτικών Επιστημών] θα δώση το σύνθημα της Εθνικής αναπλάσεως, δια της δημιουργίας εστίας μελετών των εθνικών ζητημάτων και βήματος ανωτέρας μεταρρυθμιστικής διδασκαλίας…εις την οποίαν θα εδίδασκον άνδρες μεταξύ των αρίστων Ελλήνων και η οποία θα αποβεί ανωτέρα Ακαδημία ηθικής μυήσεως και αναδημιουργίας …»

Με αυτές τις σαφώς συντηρητικά οριοθετημένες σκέψεις, που εκφράζουν και την αγωνία μιας παραπαίουσας ιδεολογικά αστικής τάξης και πρότυπο την ‘Σχολή Πολιτικών Επιστημών' του Παρισιού – της οποίας ήταν και απόφοιτος – ο πολυπράγμων και πεισματάρης Φραγκούδης, αρχίζει ένα τεράστιο αγώνα συγκέντρωσης χρημάτων κυρίως στην ομογένεια και ειδικά εκείνη της Αμερικής. Πρώτος χορηγός, ο αυτοεξόριστος τότε στο Παρίσι Ελ. Βενιζέλος που εισφέρει 200λίρες για την ίδρυση της Σχολής, εκφράζοντας και την πρόθεση να είναι ο πρώτος καθηγητής της. Τελικά συγκεντρώνει - όπως αναφέρει ο Παπαπάνου – 1.583.000 δραχμές. Με αυτό το ποσό και ένα δάνειο 500χιλιάδων αγοράζει το οικόπεδο στη Λεωφόρο Συγγρού 136 και «περί την μεσημβρίαν» -όπως μας πληροφορεί η εφημ. ‘Εμπρός' της επομένης - στις 2 Ιανουαρίου 1927 μπαίνει ο θεμέλιος λίθος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και αγιασμό από τον Αρχιεπίσκοπο, της «Εν Αθήναις Ελευθέρας Μορφωτικής Σχολής των Πολιτικών, Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών». Στο φυλλάδιο αριθ. 4 της ‘Εκπαιδευτικής Αναγεννήσεως' που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1930 διαβάζουμε σχετικά με τη θέση του οικοπέδου αλλά και τους σκοπούς της Σχολής: «Η θέσις είναι ολίγον μακράν του κέντρου αλλ' είναι αμέσου μέλλοντος. Άλλως τε ήτο αδύνατον να ευρεθή εις κεντρικώτερον μέρος έκτασις μεγάλη, με ελπίδα προσαυξήσεως. Ούτε είναι δυνατόν να τα μαζεύσωμεν όλα μεταξύ των πλατειών Συντάγματος και Ομονοίας. Η συγκοινωνία δε σήμερον κατέστησε κεντρικά και τα απόκεντρα. Επί πλέον η διδασκαλία θα γίνεται εν συνεχεία μαθημάτων, ώστε Καθηγηταί και σπουδασταί να μεταβαίνουν άπαξ μόνο της ημέρας. Εκεί δε, θα ευρίσκουν επί τόπου εκτός των μαθημάτων και πάσαν άλλην ευκολίαν, τροφήν, αναγνωστήρια, αναπαυτήρια,, πρατήρια κ.λ.π. Σκοπός της Σχολής είναι η μόρφωσις υπαλλήλων δια το Κράτος,, τας Τράπεζας και άλλα ανώτατα Ιδρύματα και η δημιουργία δημοσιολόγων και πολιτικών εν γένει ανδρών με αρχάς, χαρακτήρα, ανάπτυξιν ανωτέραν και γνώσεις στερεάς». Στο ίδιο κείμενο που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο και το μανιφέστο του Σωματείου τονίζεται ιδιαίτερα η ανεξαρτησία της Σχολής από το Κράτος. «Αι νεώτεραι αυταί Σχολαί είναι συνήθως ελεύθεραι και ανεξάρτηται από το Κράτος. Ιδρύματα φιλεκπαιδευτικών οργανώσεων και κέντρα νέων ιδεών, ερεύνης και ελευθέρας σκέψεως»

Πρώτη διάρθρωση

Το σχέδιο της ‘Εκπαιδευτικής Αναγεννήσεως' προβλέπει – όπως καταγράφει και ο Παπαπάνου και ο Χατζηγιαννάκης - την οργάνωση και λειτουργία τριών Σχολών. Η πρώτη είναι η «Ελευθέρα Σχολή Πολιτικών, Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών» που διαιρείται αργότερα σε τρία Τμήματα, «το Πολιτικόν, το Οικονομικόν και το Γενικόν Τμήμα ανωτέρας μορφώσεως» και στην οποία γίνονται δεκτοί ως κανονικοί φοιτητές κάτοχοι απολυτηρίου γυμνασίου που επιθυμούν «να σταδιοδρομήσουν εις δημοσίας υπηρεσίας, εις την δημοσιογραφίαν και εις τον εν γένει πολιτικόν βίον». Η δεύτερη Σχολή με το ίδιο πρόγραμμα και προσόντα εγγραφής, αφορά τους εργαζόμενους στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα και τις τράπεζες αλλά και φοιτητές άλλων σχολών και γι' αυτό θα λειτουργεί βραδινές ώρες. Η τρίτη αποτελεί μια ενδιαφέρουσα καινοτομία, θα λειτουργεί και αυτή βραδινές ώρες, αλλά θα απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα Ανοιχτό Λαϊκό Πανεπιστήμιο, στην οποία, όποιος επιθυμεί, «θα μαθαίνει τα δικαιώματα, αλλά προ παντός τα καθήκοντα του και τα στοιχειώδεις γνώσεις καλού Έλληνος πολίτου που μέχρι τότε άκουγε μόνο φευ, από τους υποψηφίους κατά τας παραμονάς των εκλογών…» Ως που ν' αρχίσει να λειτουργεί όμως αυτό το Λαϊκό Πανεπιστήμιο οργανώνονται τις Κυριακές σειρά ανοιχτών διαλέξεων ενδεικτικές των προθέσεων αλλά και του συντηρητικού εθνοκεντρικού οράματος του Φραγκούδη, οι οποίες αφορούν: «Στοιχεία Συνταγματικού Δικαίου – Τα καθήκοντα του Πολίτου – Στοιχεία Διοικητικού Δικαίου – Στοιχεία Ιστορίας και Πολιτικής Γεωγραφίας – Ο σχηματισμός των νεώτερων λαών – Οι Έλληνες και εχθροί των – Μαθήματα μορφωτικά του χαρακτήρος – Τα φυλετικά ελαττώματα των Ελλήνων και η κοινωνική διάπλασις – Σοσιαλισμός – Αληθινή Δημοκρατία» και άλλα αντίστοιχης αντίληψης μαθήματα.

Έναρξη λειτουργίας

Με αυτές τις αντιλήψεις και μια επιπλέον ενίσχυση ενός εκατομμυρίου του Υπουργείου Παιδείας από τα περισσεύματα του προϋπολογισμού του 1929, αλλά και την προσωπική επίβλεψη και εργασία του Φραγκούδη, το κτήριο ολοκληρώνεται. Έτσι τον Μάιο του 1930 γίνεται η επίσημη εμφάνιση της πρώτης «Ελευθέρας Σχολής Πολιτικών, Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών» με πανηγυρική συγκέντρωση παρουσία του Υπουργού Παιδείας Γ. Παπανδρέου. Σε αυτή παρουσιάζονται οι πρώτοι καθηγητές της νέας Σχολής. Μεταξύ τους διακρίνουμε τους καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών Σ. Μενάρδο, Κ. Τριανταφυλλόπουλο, Κ. Βαρβαρέσσο, Σ. Κουγέα, Α. Κεραμόπουλο, Κ. Άμαντο, Μ. Βολονάκη, Α. Αλιβιζάτο, Γ.Μαριδάκη, Α. Σβώλο, Κ.Γαρδίκα Σ. Σεφεριάδη, τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ι. Σπυρόπουλο, τον Δ. Λαμπαδάριο του ΕΜΠ. Δ. Καλιτσουνάκη της ΑΣΟΕΕ, τους τότε υφηγητές Αθηνών Π.Κανελλόπουλο και Κ.Τσάτσο, τον τότε διδάκτωρα Φ. Βεγλερή αλλά και τους Α Βαρβαγιάννη Διευθυντή του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, Σ. Κορώνη Γεν. Διευθυντή των Σιδηροδρόμων και Π. Σκουριώτη, Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα κυκλοφορεί και δημόσια πρόσκληση για την εγγραφή φοιτητών για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος. Η έναρξη των μαθημάτων γίνεται με την παρουσία του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Παιδείας στις 18 Νοεμβρίου με πρώτη καθηγητική παράδοση εκείνη του Κωνσταντίνου Βαρβαρέσσου.

Όργανα Διοίκησης

Η νέα Σχολή, σύμφωνα με το καταστατικό της Εταιρείας, διοικείται από το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο εγκρίνει τους κανονισμούς λειτουργίας, τους οικονομικούς προϋπολογισμούς, τους διορισμούς του προσωπικού και ένα 11μελές «Συμβούλιο Σπουδών» από καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών που διδάσκουν στη Σχολή και πρόεδρο τον Σ. Σεφεριάδη, ενώ Διευθυντής της Σχολής ορίζεται ο ίδιος ο Φραγκούδης.

Αναγκαία Διευκρίνιση: Στην κεντρική είσοδο του Παντείου Πανεπιστημίου αναρτήθηκε πρόσφατα τιμητικός πίνακας των διατελεσάντων Προέδρων των Διοικητικών Συμβουλίων της πρώτης περιόδου της Σχολής μέχρι το 1952 και στη συνέχεια του τωρινού Προέδρου του... Συμβουλίου Ιδρύματος, κ. Κούρτη, πρώην Προέδρου του Ελεκτικού Συνεδρίου. Πρόκειται για παραπλανητική χρήση της Ιστορίας για να …‘νομιμοποιήσει' προφανώς στα μάτια φοιτητών και επισκεπτών, την αντισυνταγματική ρύθμιση κατάργησης του Αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ- που βρίσκεται υπό αίρεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, με αγωγή όλων των Πρυτάνεων της χώρας – με την δημιουργία Συμβουλίων Ιδρυμάτων με συμμετοχή, μελών ΔΕΠ Πανεπιστημίων της αλλοδαπής, ακόμη και μη πανεπιστημιακών. Στην Πάντειο ουδέποτε υπήρξε τέτοιου είδους Συμβούλιο και κακώς συγχέεται με τα παλιά Συμβούλια Διοίκησης – Διοικούσα Επιτροπή μεταξύ 1936-1937- όταν η Σχολή δεν είχε ακαδημαϊκή διάρθρωση με Σύγκλητο και Πρύτανη. Επίσης ο καθηγητής Σεφεριάδης που αναφέρεται ως πρώτος πρόεδρος του Συμβουλίου ήταν απλά και μόνο πρόεδρος ‘Συμβουλίου Σπουδών'. Με την μετονομασία της Σχολής σε Πάντειο τον Ιούνιο του 1931, όπως θα δούμε στη συνέχεια, Πρόεδροι του Συμβουλίου Διοίκησης της Σχολής μέχρι το 1937, οπότε έγινε Ανώτατο Ίδρυμα Δημοσίου Δικαίου, ήταν οι εκάστοτε Υπουργοί Παιδείας και στη συνέχεια (στην αρχή ο Γεν. Διευθυντής του Υπουργείου και μετά ένας τον καθηγητών της μέχρι το 1952, που πήρε πλήρη ακαδημαϊκή μορφή) πρόεδροι ήταν καθηγητές της Σχολής, με τελευταίο - και πρώτο με τον τίτλο του Πρύτανη - τον Μιχάλη Στασινόπουλο. Δυστυχώς, ένα Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα οφείλει να σέβεται την Ιστορία και να μην την χρησιμοποιεί παραποιώντας την μάλιστα στο βωμό της όποιας ‘νομιμοποίησης' συγκυριακών πολιτικών επιλογών, ιδιαίτερα όταν θητεύει στις Πολιτικές Επιστήμες … !

Διδακτικό προσωπικό

Το διδακτικό προσωπικό της νέας Σχολής διακρίνεται σε κανονικούς, τους επιτίμους και εκτάκτους καθηγητές, καθώς και σε επιμελητές

Φοιτητές

Οι καινοτομίες της νέας Σχολής εμφανίζονται και σε αυτό το επίπεδο. Για πρώτη φορά στην νεοελληνική πανεπιστημιακή ιστορία, έχουμε τέσσερεις διαφορετικές κατηγορίες φοιτητών: «τακτικούς, έκτακτους, ακροατάς και κατ' ανταπόκρισιν». Τακτικοί είναι οι κανονικοί φοιτητές που έχουν απολυτήριο Γυμνασίου και γράφονται χωρίς εξετάσεις. Έκτακτοι είναι νέοι 20 ως 30 χρονών χωρίς απολυτήριο, που μπαίνουν στη σχολή με εξετάσεις στην Έκθεση Ιδεών, στην Ιστορία και την Γεωγραφία. Ακροατές είναι όσοι ανεξάρτητα ηλικίας και προσόντων θέλουν να παρακολουθήσουν ορισμένα μαθήματα. Κατ' ανταπόκριση είναι «Έλληνες το γένος, διαμένοντες εν Αμερική, έχοντες απολυτήριον…και εγγραφόμενοι εις την Σχολήν, ως τακτικοί σπουδασταί λαμβάνουν δε ταχυδρομικώς πολυγραφημένας τας παραδόσεις και υφιστάμενοι εν Αθήναις τας εξετάσεις όπως και οι λοιποί…» Η φοίτηση είναι τρία χρόνια και οι φοιτητές είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν τα μαθήματα που ορίζονται ως υποχρεωτικά, τουλάχιστον δύο ώρες την ημέρα, ορθότερα την βραδιά, μια που τα μαθήματα γίνονταν μόνο βραδινές ώρες.

Λαϊκό Πανεπιστήμιο

Σύμφωνα με το καταστατικό της «Εκπαιδευτικής Αναγέννησεως» στη νέα Σχολή ως εξάρτημα λειτουργεί Λαϊκό Πανεπιστήμιο – για πρώτη φορά στη χώρα – το οποίο αποβλέπει στη μόρφωση των «λαϊκών τάξεων», όπου μπορούν να γραφτούν νέοι πάνω από τα 18, ανεξάρτητα επιπέδου μόρφωσης. Η διάρκεια των μαθημάτων είναι δύο χρόνια και η διδασκαλία είναι δύο ώρες τη βραδιά

Αγωνίες

Μ' αυτές τις καινοτόμες αρχές και αυτό το εντυπωσιακό επιστημονικό δυναμικό, οι ιδρυτές, επί της ουσίας ο Φραγκούδης, καλούν με αγωνία νέους να γραφτούν στο νέο αυτό πείραμα ανώτατης μόρφωσης του οποίου οι τίτλοι σπουδών προφανώς δεν αναγνωρίζονται από το κράτος. Το διαπιστώνουμε από μια παράγραφο της πρόσκλησης προς την νεολαία για εγγραφή στη νέα ιδιωτική Σχολή: «Μέχρις ότου το δίπλωμα της Σχολής θα αναγνωρισθή θα υπάρξουν άραγε νεαροί Έλληνες οι οποίοι θα προσέλθουν δια να ενισχύσουν απλώς τας πνευματικάς και ηθικάς των δυνάμεις και να υψώσουν εαυτούς εις ανώτερον ηθικόν επίπεδον ; Το ελπίζομεν». Εντύπωση προκαλεί ότι και στην πρόσκληση όπως και σε όλα τα κείμενα της νέας Σχολής, ο Φραγκούδης αναφέρεται μόνο σε άνδρες, παρ' όλο που η παρουσία των νέων γυναικών είναι ήδη παρούσα από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα στα Πανεπιστήμια. Πάντως η ελπίδα δικαιώθηκε και 200 νέοι γράφονται στην Σχολή.

Η μετονομασία σε Πάντειο

Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς πεθαίνει στο Παρίσι ένας τριαντάρης νέος από τον Βόλο, που αφήνει όλη την περιουσία του για την δημιουργία Σχολής αντίστοιχης με εκείνη της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού, απόφοιτος της οποίας ήταν και αυτός. Εκτελεστή της διαθήκης ορίζει τον Πρωθυπουργό της χώρας. Όταν το 1931 γίνεται γνωστή η διαθήκη, ο Ελ. Βενιζέλος αποδέχεται, παρά τις έντονες αντιδράσεις, την πρόταση του Φραγκούδη για συγχώνευση του κληροδοτήματος με την νέα Σχολή της ‘Εκπαιδευτικής Αναγεννήσεως'. Το ανάλογο συμβόλαιο υπογράφεται στις 3 Ιουνίου του 1931 μεταξύ του Φραγκούδη και του Προέδρου της Κυβέρνησης και η Σχολή μετονομάζεται από τότε σε «Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστημών». Η δομή και οι σκοποί της, παραμένουν ίδιοι, όπως και ο Φραγκούδης, ως Διευθυντής της, ενώ Πρόεδρος του Συμβουλίου Διοίκησης ορίζεται ο εκάστοτε Υπουργός Παιδείας. Με αυτό τον ασφυκτικό και θεσμικά πια εναγκαλισμό του Κράτους, το νέο Ίδρυμα συνεχίζει την πορεία του και τον αγώνα του για την αναγνώρισή του ως ισότιμου των άλλων Πανεπιστημιακών Σχολών. Παράλληλα συνεχίζει τις καινοτομίες προκαλώντας, για πρώτη φορά στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, δημόσιες συζητήσεις για καυτά κοινωνικό-πολιτικά και ευρύτερα πολιτισμικά προβλήματα της εποχής, από την επόμενη κιόλας χρονιά, το 1932, για την γυναικεία χειραφέτηση και για την διαπάλη μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας. Συζητήσεις που η ένταση τους και το εύρος των ομιλητών τους, προκαλούν άρθρα και έντονα ρεπορτάζ στον Αθηναϊκό Τύπο. Οι πρώτοι του φοιτητές συμμετέχουν ενεργά, όπως θα δούμε, στις συλλογικές φοιτητικές κινητοποιήσεις της περιόδου.

Η πορεία του αγώνα ανωτατοποίησης της Σχολής και των δημόσιων παρεμβάσεων της ξεφεύγει των ορίων αυτής της γραφής, που για ευνόητους υποκειμενικούς λόγους πήρε τόση έκταση.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Όλοι στην απεργία

Η εργασιακή αξιοπρέπεια και οι αποδοχές χιλιάδων εργαζομένων απειλούνται από μια κυβέρνηση που θεωρεί ότι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη είναι ο εργασιακός μεσαίωνας, η εργοδοτική αυθαιρεσία και η συμπίεση των μισθών.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο