Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μανάβης δρόμου και παντός καιρού

Μέχρι χθες την όψη του έκρυβαν το ένα πίσω απ’ το άλλο τα διερχόμενα αυτοκίνητα και τη φωνή του σκέπαζε ο θόρυβος της πόλης. Ένα ανομοιογενές βουητό από γκάζια, φρένα, ομιλίες, τσακωμούς και διαφόρων ειδών συνεννοήσεις. Κάθε τόσο που άναβε όμως στο φανάρι κόκκινο, η φιγούρα του φαινόταν ολοκάθαρα.

Κεντρίζει άλλωστε από μακριά το ενδιαφέρον ο γκριζομάλλης άνδρας με τη μεγάλη μύτη. Είναι μόνιμα καθισμένος πίσω από έναν πάγκο με ρόδες παλιού αγροτικού στη μέση, γεμάτο από κάθε λογής φρούτα, με κάθε λογής χρώματα, ακουμπισμένα κατά στοίβες πάνω στο γνωστό μπλε τραπεζομάντηλο της λαϊκής. Από πάνω του έχει σταθερά δυο με τρεις ομπρέλες για βροχή και ήλιο.

Σήμερα δεν χρειάζεται ν’ ανάψει το φανάρι. Ο Κώστας, 61 χρόνων, μανάβης του δρόμου από τότε που γεννήθηκε σχεδόν, είναι ορατός από παντού και κάθε στιγμή. Φοράει γάντια και μια αυτοσχέδια μωβ μάσκα. «Προσοχή μεγάλη, για να μπορέσει ο κόσμος να ζήσει» συμβουλεύει με φωνή βραχνή απ’ το τσιγάρο.

Ο Κώστας βρίσκεται στη γωνία Εμμανουήλ Μπενάκη και Πανεπιστημίου γωνία για περισσότερα από έξι χρόνια. Υπό κανονικές συνθήκες περνούν από το σημείο χιλιάδες άνθρωποι κάθε μέρα. Στριμώχνονται δίπλα του στη διάβαση σε απόσταση αναπνοής, απορροφημένοι οι περισσότεροι στα προβλήματα και τις προκλήσεις τους, αλλά όχι πάντα με το βλέμμα καρφωμένο στην ευθεία και στο απέναντι πεζοδρόμιο. Όλο και κάποιος θα κοιτάξει προς τον πάγκο με τα φρούτα. Όλο και κάποιος θα παγώσει λίγο την τρεχάλα για ν’ αγοράσει από την πραμάτεια που ξεχωρίζει ανάμεσα στα γκρίζα κτήρια και την άσφαλτο. Τώρα βέβαια η κίνηση έχει πέσει κατακόρυφα. Ο τζίρος του έχει μειωθεί κατά 70% και στον πάγκο του μένει το αργότερο μέχρι τις 5.30 το απόγευμα, «γιατί μετά δεν περνάει άνθρωπος. Τα πράγματα είναι χάλια, ο κόσμος δεν υπάρχει, δεν κυκλοφοράει πολύ. Μόνο προχθές που ήταν ανοιχτά οι τράπεζες κάτι έγινε».

Δεν υπάρχει δουλειά, δεν μπορεί να κάνει κι αλλιώς όμως. «Εμείς, επειδή δεν έχουμε ασφάλιση, δεν μπορούμε να πάρουμε από πουθενά κάποια βοήθεια, γι’ αυτό και καθόμαστε κι εδώ. Αναγκαστικά. Δυο παιδιά έχω, άνεργα είναι. Οικογένεια, υποχρεώσεις, ποιος θα τα πληρώσει; Δεν υπάρχει βοήθεια από πουθενά».

Τουλάχιστον δεν έχουν καταρρεύσει τα πάντα. Η Κεντρική Λαχαναγορά λειτουργεί κανονικά. «Υπάρχει αφθονία. Κι ο κόσμος μπορεί να τρώει άφοβα, δεν έχουνε πρόβλημα τα φρούτα. Δεν περνάει το μικρόβιο από τα μήλα και τις μπανάνες, αλλά ας κάνουμε ένα πλυσιματάκι, δεν χάλασε ο κόσμος». Ένα ζευγάρι κορίτσια τον εμπιστεύτηκαν.

- Γεια σας!

- Καλώς την!

- Θα μπορούσα να έχω δυο μπανάνες, παρακαλώ;

- Αμέ!

Η σχεδόν απόλυτη ησυχία στην πόλη, που διαπερνά τις κεντρικές της οδικές αρτηρίες, είναι ένας άγνωστος ήχος, μια ξένη και ανοίκεια αίσθηση. Αφού δεν πήγαμε να ζήσουμε στο χωριό, ήρθε το χωριό σε εμάς. Ενώ όμως υπάρχει αυτή η σχεδόν απόλυτη ηρεμία, ο κ. Κώστας είναι σαν να κάθεται επί ώρες σε αναμμένα κάρβουνα. «Κοίταξε, εγώ δεν ηρεμώ γιατί δεν μπορώ να επιβιώσω. Δεν έχω κανένα άλλο πρόβλημα». Έπειτα, είναι και η επαφή με τον κόσμο στη μέση. «Τόσα χρόνια είμαι εδώ, με ξέρει ο κόσμος, μ’ αγαπάει. Κι εγώ τον προσέχω, γιατί είναι καλοί άνθρωποι κι αυτοί. Βοηθάνε όσο μπορούν. Άσε που αν δεν έχω καλά προϊόντα, θα βγουν στο μπαλκόνι και θα μου τα πετάξουν στο κεφάλι! Μου λείπει η επαφή με τον κόσμο και την καθημερινότητα, ακόμη κι αυτούς που ψωνίζουν τώρα από μακριά τους έχουμε...».

Εκείνο όμως που τον ανησυχεί περισσότερο απ’ όλα είναι η αβεβαιότητα για το μέλλον. «Είναι λες κι έχουμε πόλεμο. Αν είχαμε έναν πόλεμο, τουλάχιστον θα ξέραμε ότι θα πολεμάγαμε, θα κάναμε, θα τελειώναμε. Εδώ όμως με ποιον να να παλέψεις; Με τον ιό;».

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Πίσω από το παραπέτασμα της γελοιότητας

Είναι το λιγότερο αστεία και γραφικά τα κυβερνητικά στελέχη, όταν βγαίνουν στα κανάλια να εξηγήσουν ότι το πακέτο των 37 δισ. η Ελλάδα το κέρδισε με το σπαθί του Κυριάκου Μητσοτάκη, με τις εξαιρετικές διαπραγματευτικές του δυνατότητες και με τις λαμπρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο