Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια σπασμένη πολυθρόνα δεν ραγίζει την καρδιά

Ανάμεσα στους ίδιους τοίχους επί χρόνια. Στα ίδια μηχανήματα. Ανάμεσα σε καρέκλες σπασμένες και επισκευασμένες. Πίσω από τον κοπτοράπτη. Με το "σφυροκόπημά" του στ' αυτιά της.

Κάποιες παλιές φωτογραφίες κρέμονται στους τοίχους. Κάποιοι πίνακες. Ένας χώρος μικρός, γκρίζος, γεμάτος ράφια, τόπια ύφασμα, κουβαρίστρες και εργαλεία, είναι το εργαστήρι που έζησε όλη της τη ζωή. Για "ταπετσαρίαι διακοσμήσεις" γράφει η επιγραφή του από τη δεκαετία του '70, όταν και άνοιξε.

Είναι ένας χώρος που δεν αισθάνθηκε ποτέ όμως να την πνίγει. Γιατί η κυρία Νίκη, ταπετσιέρισσα επί πολλά χρόνια στα Εξάρχεια (Εμμ. Μπενάκη 78), είχε καταλάβει από νωρίς ότι στη ζωή μπορεί να μην έρθουν τα πράγματα όπως τα θες, μπορείς όμως να τ' αγαπήσεις.

Έπιασε τη δουλειά της ζωής της όταν παντρεύτηκε. Με τον άντρα της δούλεψαν μαζί στις ταπετσαρίες, στην επιχείρηση που είχε ανοίξει ο πεθερός της. Δεν ήταν όνειρο ζωής. Δεν είχε φανταστεί το μέλλον της στα μηχανήματα. Ούτε να είναι προσεκτική μη και μαγκωθεί κάνα δάκτυλο. «Στην αρχή δεν την πολυήθελα τη δουλειά και με δυσκόλευε. Μετά, αφού είδα ότι δεν γίνεται να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου, την αγάπησα και την αγαπώ και θέλω να την κάνω. Έχω κουραστεί, αλλά προσπαθώ να την κάνω»...

Το μαγαζί σήμερα έχει περάσει στον εγγονό, στον γιο της. Η τέχνη της δουλειάς μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά, από τεχνίτη σε τεχνίτη. «Τώρα υπάρχουν σχολές. Τότε ήταν ο ένας με τον άλλον. Κάποιος που ήξερε και έδειχνε ο ένας στον άλλον». Ενόσω μιλάμε, ακούγεται ο ήχος του κοπτοράπτη. Επιδιορθώνει μια θήκη για μαξιλάρι. Σχεδόν με κλειστά μάτια.

Το ξεθωριασμένο χρώμα της θήκης δείχνει ότι ανήκει εδώ και χρόνια σε κάποιον, αλλά κι ότι υπάρχει μια πελατεία που κρατά από παλιά. Κάθε τόσο λέει μια φράση, την οποία ολοκληρώνει με χαμόγελο. "Σπάει" τις λέξεις για να δώσει έμφαση, μ’ έναν τρόπο όμως απαλό και ζεστό. Της αγαπημένης γιαγιάς η φωνή. "Η δουλειά προέκυψε. Τότε δεν μπορούσαμε να κάνουμε και πολλά πράγματα, ήταν δύσκολα. Και τώρα είναι δύσκολα. Τότε βρίσκαμε πιο εύκολα εργα-τικά χέρια. Και πληρωνόντουσαν. Τώρα δεν πληρώνονται τα εργατικά χέρια. Το ξέρεις κι από σένα, δουλεύ-ετε για πενταροδεκάρες"...

Καμιά φορά ο κόπος των ταπετσιέριδων «αδικείται». Δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. «Το βλέπεις έτοιμο και λες ‘σιγά μωρέ, τι είναι αυτό;’». Όμως, για μια ετοιμοπαράδοτη καρέκλα χρειάζονται: «φάσες, τζίβες, καρφιά, αφρολέξ, βαμβάκια. Θέλει πολλά υλικά και πολύ μεράκι. Αφού μπουν όλα αυτά, βάζουμε ένα πανάκι από κάτω και από πάνω το ύφασμα. Πάλι κάποιες κορδέλες ώστε να στερεωθεί και να γίνει όμορφο».

Το μυστικό του καλού ταπετσιέρη “είναι το μεράκι. Να μην ξεπετάει ό,τι κάνει. Να είναι μερακλής, όπως είναι ο γιος μου, όπως ήταν ο άντρας μου”.

«Όλη μέρα...» λέει για τον χρόνο που καθόταν κάποτε στο εργαστήρι. Με φωνή σιγανή, που της επιτρέπει να θυμηθεί. Μέσα στα τέσσερα ντουβάρια θα μπορούσε να πει κανείς ότι ξόδεψε τα νιάτα της.

Δεν το είδε ποτέ της έτσι. «Δεν σε κουράζει ο χώρος. Καθόλου. Γιατί να με ψυχοπλακώσει; Δεν χρειάζεται να ψυχοπλακώνεται ο άνθρωπος και να τρέχουμε πια όλοι στους ψυχολόγους. Τίποτα, σε έναν φίλο μιλάς, βγαίνεις λίγο, πας μια βολτίτσα κι έφυγε το άγχος». Μια σπασμένη πολυθρόνα δεν ραγίζει την καρδιά...

Δείτε όλα τα σχόλια