Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο αριστερός διανοούμενος Μάρκο Ρεβέλι μιλά στην "Α": Ο κόσμος αντιδρά στον φασισμό, αλλά δεν υπάρχει αντιπολίτευση

"Το σκάνδαλο δεν είναι ο Ταγιάνι, αλλά η ευρωπαϊκή ηγεσία που συμβιώνει μαζί του και το πολιτικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί στην Ιταλία με αυτή την άτιμη κυβέρνηση"

“Είναι σκανδαλώδης η παραμονή του Αντόνιο Ταγιάνι στη θέση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για την Ευρώπη, για τους δημοκράτες και τους αντιφασίστες. Η εκλογή του Τζινγκαρέτι στην ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος συνοδεύτηκε με λάθος μηνύματα, που δείχνουν και τα όρια της πολιτικής του, ενώ στα αριστερά της Κεντροαριστεράς δεν υπάρχει καμία θέληση και αξιοπιστία. Την ίδια στιγμή όμως ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας μας αντιδρά, βγαίνει στους δρόμους και υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια του απέναντι στο τσουνάμι του ρατσισμού και του νεοφιλελευθερισμού χωρίς την ελπίδα μιας πολιτικής εκπροσώπησης” τόνισε ο πανεπιστημιακός Μάρκο Ρεβέλι μιλώντας στην “Αυγή” μέσα από τα μεγαλύτερο αντιφασιστικό και προοδευτικό ίδρυμα της Ιταλίας, το Ίδρυμα Γκομπέτι του Τορίνο, του οποίου είναι και πρόεδρος. Ο Ρεβέλι ήταν από τους ιδρυτές της Άλλης Ευρώπης με τον Τσίπρα.

 

* Αν ήταν "καλός" άνθρωπος ο Μουσολίνι, τι ήταν ο πατέρας σας, ο διοικητής των ανταρτών Νούτο Ρεβέλι; O Α. Ταγιάνι, ο πρόεδρος του μόνου εκλεγμένου ευρωπαϊκού θεσμού, ανέτρεψε την Ιστορία;

Οι δηλώσεις αυτού του αχρείου είναι σκανδαλώδεις. Το πιο σκανδαλώδες όμως είναι ότι αυτός ο άνθρωπος έχει έναν τόσο σημαντικό ρόλο στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ότι η Ευρώπη τον ανέχεται στην ηγεσία της. Όταν ήταν φοιτητής, ήταν ενεργό μέλος της Ακροδεξιάς. Αυτά που σκέφτεται και λέει σήμερα τα σκεφτόταν και τα έλεγε τη δεκαετία του ‘70, όταν ήταν ένας νεαρός νεοφασίστας. Μετά πήρε μια άλλη διαδρομή, έχοντας μετατραπεί σε αλογάκι του Μπερλουσκόνι, που τον προώθησε στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ρίχνοντας πάνω του ένα επίστρωμα ψευδοδημοκρατίας. Μόλις αισθάνθηκε ότι οι καιροί είναι πιο εύκολοι γι' αυτές τις θέσεις στην Ιταλία, κάτι που το βλέπουμε καθημερινά με την επιστροφή των φασιστοειδών που στηρίζονται στην αμάθεια και, κοινότυπες ανοησίες, έβγαλε έξω τον πραγματικό εαυτό του. Χωρίς να σκεφτεί ίσως και τις συνέπειες. Το πώς θα το έπαιρναν οι επίτροποι της Κομισιόν, αλλά και οι ίδιοι οι ηγέτες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και όλοι εμείς οι υπόλοιποι που προερχόμαστε από τη δημοκρατική κουλτούρα που επιβάλαμε νικώντας τον φασισμό και τον ναζισμό με τα όπλα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σκάνδαλο δεν είναι ο Ταγιάνι, αλλά η ευρωπαϊκή ηγεσία που συμβιώνει με τον Ταγιάνι και το πολιτικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί στην Ιταλία με αυτή την άτιμη κυβέρνηση.

* Ποιο είναι το πολιτικό κλίμα στην Ιταλία;

Δυστυχώς, επιβεβαιώθηκαν οι αρχικοί φόβοι από τη δημιουργία αυτής της κιτρινοπράσινης κυβέρνησης. Είναι μια κυβέρνηση με έναν λαϊκιστικό κοινό παρονομαστή, που είναι διαγώνιος σε σχέση με τα δύο εκλογικά σώματα της Λέγκας και του Κινήματος Πέντε Αστέρων (Κ5Α), που είχαν ως κοινό τους σημείο το αίτημα για μια ριζοσπαστική στροφή της χώρας σε σχέση με τις κυβερνήσεις της Κεντροαριστεράς από το 2013 έως το 2018, τις κυβερνήσεις Λέτα, Ρέντζι και Τζεντιλόνι. Μέσα σε αυτή την κυβέρνηση υπάρχουν δύο διαφορετικές ψυχές, μια ψυχή που είναι εντελώς ακροδεξιά, σοβινιστική, περιχαρακωμένη, εθνικιστική, που εκπροσωπεί ο Σαλβίνι, και ένας χώρος κοινωνικής διαμαρτυρίας και ριζοσπαστικοποίησης, με μεικτά χαρακτηριστικά ατομικισμού και λαϊκών αιτημάτων, που προέρχεται και από ένα εκλογικό σώμα που σε μεγάλο βαθμό ψήφιζε την Κεντροαριστερά και την Αριστερά.

Υπέγραψαν ένα κυβερνητικό “συμβόλαιο” που συνδύαζε από τη μία πλευρά μια πολύ περισσότερο κοινωνική όψη από αυτή που είχε δείξει ο νεοφιλελευθερισμός του Δημοκρατικού Κόμματος και οι κυβερνήσεις του, γιατί ασκούσε μεγαλύτερη κριτική στη λιτότητα, ενδιαφερόταν για τους φτωχούς, υιοθετώντας σήμερα το Κοινωνικό Εισόδημα του Πολίτη, που εξέφραζε την αντίθεσή της στη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού. Από την άλλη πλευρά είχαμε ένα ξενοφοβικό, αυταρχικό, φασιστοειδές και άκρως νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Ο Σαλβίνι, χρησιμοποιώντας έναν “λαϊκό λαϊκισμό” θα μπορούσαμε να πούμε, έχει μια σταθερή νεοφιλελεύθερη θέση υπέρ της εργοδοσίας. Ο Σαλβίνι απέρριπτε το άνοιγμα των συνόρων που ήθελε ο νεοφιλελευθερισμός, αλλά υποστηρίζει τον κοινωνικό ρεβανσισμό των μικρών και μεσαίων επιχειρηματιών εναντίον της εργασίας, των εργαζομένων και των δικαιωμάτων τους, του ωμού κομματιού του ιταλικού καπιταλισμού που έχει μια αντιεργατική λογική.

Μετά τη σύγκρουση με την Ε.Ε. για το έλλειμμα του προϋπολογισμού, είναι φανερό ότι η κυβέρνηση επιτάχυνε την υιοθέτηση καθαρά δεξιών πολιτικών, με αποκορύφωμα τον νέο αντισυνταγματικό νόμο για τη "νόμιμη άμυνα", που επιτρέπει στον καθένα να πυροβολεί όποιον μπει στο σπίτι, το μαγαζί, στην περιουσία του. Μας λέει "οπλιστείτε γιατί τα πράγματά μας αξίζουν περισσότερο από μια ανθρώπινη ζωή". Σύμφωνα με το Διάταγμα για την Ασφάλεια οι μετανάστες είναι πηγή κοινωνικού κινδύνου, αφού καταργεί όλο το σύστημα ενσωμάτωσης κλείνοντας όλες τις δομές διαχείρισης του μεταναστευτικού και τους πετά στον δρόμο για να είναι ορατός ο κοινωνικός αποκλεισμός και το κοινωνικό τους πρόβλημα. Ο Σαλβίνι έκλεισε τα λιμάνια επιβάλλοντας μια άλλη απάνθρωπη και πρωτοφανή πρακτική, φτάνοντας να παίρνει ομήρους 177 μετανάστες σε ένα πλοίο.

Δυστυχώς, απέναντι σε αυτόν τον τρόμο δεν υπάρχει καμιά αντιπολίτευση άξια λόγου. Το Δημοκρατικό Κόμμα δεν έχει να πει τίποτα, αφού ήταν ο δικός του υπουργός Εσωτερικών, ο Μάρκο Μινίτι, που άνοιξε το κουτί της Πανδώρας εναντίον των ΜΚΟ ότι συνεργάζονται με τους διακινητές ανθρώπων και έβγαλε τον αποκαλούμενο “Κώδικα Τιμής”, αφήνοντας ανοιχτή μια συνενοχή των ΜΚΟ με τους εμπόρους σκλάβων. Το Δημοκρατικό Κόμμα δεν έβγαλε ποτέ του λέξη. Τη μόνη αντιπολίτευση την κάνει η Καθολική Εκκλησία του Πάπα Μπεργκόλιο, και αυτή όχι όλη, γιατί ορισμένοι επίσκοποι δεν ακολουθούν την ανθρωπιστική πολιτική του. Στα αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος υπάρχει ένα τεράστιο κενό, γιατί οι μικροοργανώσεις και οι επικεφαλής τους αποδείχθηκαν άχρηστοι για την κοινωνία και αυτούς που πλήττονται από την κρίση.

* Η εκλογή του Τζινγκαρέτι στην ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος μπορεί να οδηγήσει στην αλλαγή σκηνικού στην Κεντροαριστερά και την Αριστερά;

Οι προκριματικές εκλογές του Δημοκρατικού Κόμματος επιφύλαξαν μερικές εκπλήξεις. Η συμμετοχή των 1,5 εκατομμυρίων πολιτών που οδήγησαν ορισμένους να φωνάζουν για ανάσταση του Λαζάρου έδωσε μια τεράστια πλειοψηφία στον Τζινγκαρέτι με το 70%. Η συμμετοχή 1,5 εκατομμυρίων πολιτών ήταν υψηλότερη των προσδοκιών του Δ.Κ., αλλά στην πραγματικότητα ήταν η μικρότερη στην ιστορία του. Το 2004 είχαν μετάσχει 4,5 εκατ., ο Μπερσάνι είχε εκλεγεί από σχεδόν 3 εκατ., τον Ρέντζι τον είχαν εκλέξει τη δεύτερη φορά γραμματέα 1,8 εκατ.

Το Δ.Κ. κατάφερε να κινητοποιήσει σε γενικές γραμμές τους πιο πιστούς οπαδούς τους και αυτοί ψήφισαν τον Τζινγκαρέτι γιατί δεν θέλουν να ακούσουν πια για τον Ρέντζι και τον ρεντζισμό. Ψήφισαν τον Τζινγκαρέτι για να βάλουν ένα τέλος στην περιπετειώδη παρουσία του Ρέντζι στο Δημοκρατικό Κόμμα.

Το έκαναν γιατί ο Τζινγκαρέτι είναι πιο συμπαθητικός, μιλάει γαλήνια, είναι πιο... προσεκτικός στην καταστροφή όλων των αξιών της Αριστεράς. Είναι όμως το σωστό άτομο για να αντιμετωπίσει την κιτρινοπράσινη κυβέρνηση; Μάλλον όχι. Γιατί η ουσία της πολιτικής του πρότασης δεν διαφέρει και πολύ, γιατί έχει την ίδια εξάρτηση από τα δόγματα του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού. Ο ευρωπαϊσμός του είναι κομφορμιστικός, ευρωκρατικός, ας πούμε έτσι, η κριτική που κάνει βρίσκεται πολύ πιο δεξιά πολλές φορές και από αυτή του Κ5Α, που υιοθέτησε το Κοινωνικό Επίδομα. Το Δημοκρατικό Κόμμα τάσσεται ακόμη και κατά της αρχής του Κοινωνικού Επιδόματος χρησιμοποιώντας την επιχειρηματολογία των Αμερικανών συντηρητικών της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς στα σημαντικά θέματα των εργασιακών δικαιωμάτων και της υπεράσπισης του άρθρου 18 κατά των αδικαιολόγητων απολύσεων, την υπεράσπιση των μισθών και των θέσεων εργασίας. Δεν λέει τίποτα διαφορετικό από αυτά που έκαναν ο Ρέντζι και ο Τζεντιλόνι.

Η πρώτη του συμβολική ενέργεια μετά τη εκλογή του ήταν να έρθει στο Τορίνο να υποστηρίξει το τρένο υψηλής ταχύτητας TAV, που σήμερα το στηρίζουν η Λέγκα, ο Μπερλουσκόνι, το Δημοκρατικό Κόμμα και ένα κομμάτι του παρασιτικού επιχειρηματικού κόσμου που ζει από τα ψίχουλα των δημοσίων έργων.

Ο Τζινγκαρέτι δεν μπήκε στον κόπο να πάει τουλάχιστον να ακούσει τους πληθυσμούς που εδώ και τριάντα χρόνια αγωνίζονται εναντίον αυτού του άχρηστου, δαπανηρού και αντιπεριβαλλοντικού έργου. Ο Μαουρίτσιο Λαντίνι, όταν εκλέχθηκε πριν από λίγες εβδομάδες γραμματέας της CGIL, πήγε σε ένα κέντρο μεταναστών για να εκφράσει την αλληλεγγύη τού μεγαλύτερου ιταλικού συνδικάτου. Έκανε μια μεγάλη συμβολική πράξη. Ο Τζινγκαρέτι θα μπορούσε να πάει στους αγωνιζόμενους βοσκούς της Σαρδηνίας, αυτούς που δηλητηριάζονται και πεθαίνουν στη νότια Ιταλία από τη βιομηχανική μόλυνση, τον καρκίνο και την λευχαιμία στην Απουλία και το Τάραντο, τους επισφαλείς εργαζόμενους. Αντίθετα, ήρθε στο Τορίνο και πήγε στους επιχειρηματίες που θέλουν το TAV.

* Στην Ιταλία, 1 εκατομμύριο μαθητές βγήκαν στους δρόμους την Παρασκευή για να σώσουν τον πλανήτη, στο Μιλάνο 250.000 διαδήλωσαν εναντίον του ρατσισμού και στη Ρώμη, μετά από πολύ καιρό, τα τρία μεγαλύτερα συνδικάτα διαδήλωσαν μαζί...

Η κοινωνία μας στέλνει πολύ καλά μηνύματα. Ένα κομμάτι της κοινωνίας μας έχει καταλάβει τι συμβαίνει και έχει αποδεχθεί την πρόκληση του Πρίμο Λέβι: “Εάν όχι τώρα, πότε;”. Η κοινωνία μας βυθίζεται σε μια άβυσσο εναντίον της οποίας ο πατέρας μου είχε πολεμήσει στο βουνό. Ένα κομμάτι της κοινωνίας μας λέει ότι δεν πρόκειται να καθίσει σπίτι του όταν οι άλλοι μάς επαναφέρουν τον φασισμό και τον Μουσολίνι. Ένας κόσμος που λέει ότι εάν δεν κινητοποιηθεί, θα χάσει την αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπειά του. Αυτός ο κόσμος όμως δεν έχει πολιτική διέξοδο, γιατί δεν υπάρχει καμιά πολιτική δύναμη που να θεωρείται άξια να αντιπροσωπεύσει αυτά τα υψηλά ιδανικά.

* Γιατί στην Ιταλία δεν υπάρχει μια άλλη Κεντροαριστερά και μια άλλη Αριστερά;

Γιατί η ισχυρή ιταλική Αριστερά έχασε σταδιακά τη δύναμη και την πολιτική της κουλτούρα, την ταυτότητά της, συνεχίζοντας όμως να καταλαμβάνει έναν μεγάλο χώρο στο πολιτικό σκηνικό -και αναφέρομαι στην Κεντροαριστερά-, παράγοντας διαρκώς και περισσότερο στο εσωτερικό της από τα χειρότερα πολιτικά ηγετικά στελέχη, προϊόντα της κομματικής γραφειοκρατίας, διαρκώς και περισσότερο κυνικών, διαρκώς και περισσότερο με αυτοαναφορές, που δεν έχουν μεγάλα οράματα και ιδέες, αλλά προσπαθούν να καλλιεργήσουν μικρά φέουδα, που διέγραψαν οποιαδήποτε πραγματική αλλαγή από τον ορίζοντα.

Στα αριστερά της Κεντροαριστεράς όλες αυτές οι οργανώσεις και οι επικεφαλής τους σαμποτάρισαν κάθε δυνατό άλμα ποιότητας, διαλύοντας τις μικροοργανώσεις τους για να δημιουργήσουν ένα μεγαλύτερο και ανοιχτό πολιτικό υποκείμενο, αξιόπιστο και με δυνατότητα αυτοκριτικής.

Στην Ιταλία δεν έγινε δυνατή η δημιουργία ενός ΣΥΡΙΖΑ και δεν είχαμε έναν Τσίπρα, δεν ήταν δυνατό να φτιάξουμε ένα Podemos και δεν είχαμε έναν Ιγκλέσιας, δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει ένα Εργατικό Κόμμα και δεν είχαμε έναν Κόρμπιν, όπως δεν ήταν δυνατόν να έχουμε κάποιον σαν τον Σάντερς...

Δείτε όλα τα σχόλια