Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Όταν η Γαλλία μείωνε τον φόρο των επιχειρήσεων

Επιμέλεια: Θανάσης Κούτσης

 

Δύο χρόνια μετά τη χρεοκοπία της τράπεζας Lehman Brothers, η χρηματοοικονομική κρίση οδηγεί στη λιτότητα τους πληθυσμούς της Γηραιάς Ηπείρου, που καλούνται να θυσιαστούν για να εξιλεωθούν για σφάλματα που δεν διέπραξαν αυτοί. Μέρος του προβλήματος, από την εποχή του Ρέιγκαν και της Θάτσερ, είναι η τάση των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων να προβάλλουν το φόβητρο του δημόσιου χρέους (στην αύξηση του οποίου συνέβαλαν με τις φοροαπαλλαγές που θέσπισαν για την εύπορη εκλογική πελατεία τους), για να καταφεύγουν με άνεση στη μείωση των κρατικών δαπανών, στην ιδιωτικοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων, στο πετσόκομμα των κοινωνικών προγραμμάτων και στην εξασθένιση των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας. Επιστροφή στο 2010 και τη ζημιά που έκαναν στη γαλλική οικονομία οι φοροαπαλλαγές.

 

Του Laurent Cordonnier*

Στη Γαλλία το έλλειμμα οφείλεται κατά κύριο λόγο στις μειώσεις φόρων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε μια συγκυρία όπου οι Ευρωπαίοι εταίροι της χώρας ακολουθούσαν αντίθετη πολιτική. Σύμφωνα με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το «δομικό έλλειμμα» του κράτους1 ανερχόταν στο 5% του ΑΕΠ το 2009, δηλαδή σε περίπου 100 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Όμως, δεν οφείλεται σε κανέναν «δομικό» εκτροχιασμό των δημόσιων δαπανών, οι οποίες, στην πραγματικότητα, ελάχιστα έχουν αυξηθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 20002. Οι αιτίες του ελλείμματος αναλύονται με εξαιρετικά λεπτομερή τρόπο σε πρόσφατη έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών της γαλλικής Βουλής, την οποία παρουσίασε ο Ζιλ Καρέζ (βουλευτής του -σαρκοζικού- κόμματος UMP): «Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μεταξύ 2000 και 2009, ο γενικός προϋπολογισμός του κράτους έχασε φορολογικά έσοδα που κυμαίνονταν μεταξύ 101,2 δισ. ευρώ (5,3% του ΑΕΠ) και 119,3 δισ. ευρώ (6,2% του ΑΕΠ). Περίπου τα δύο τρίτα αυτών των απωλειών οφείλονταν στα νέα μέτρα που θέσπιζαν 'μειώσεις φόρου', ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο στη μεταφορά φορολογικών εσόδων σε άλλους δημόσιους φορείς, κυρίως στα ασφαλιστικά ταμεία και στην τοπική αυτοδιοίκηση3».

Το ήμισυ αυτών των μειώσεων φόρου (33-41,5 δισ. ευρώ) αφορά τον φόρο εισοδήματος (σταδιακές μειώσεις της φορολογικής κλίμακας και φοροαπαλλαγές), ενώ σημαντικό ποσοστό τους (ύψους 10 δισ. ευρώ) προέρχεται από τη μείωση της φορολογίας των εταιρικών κερδών. Όσον αφορά τις μειώσεις των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών για τους χαμηλόμισθους -μέτρο που έχει αμφισβητούμενες επιπτώσεις στην τόνωση της απασχόλησης-, έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων 27 δισ. ευρώ, καθώς ο κρατικός προϋπολογισμός είναι υποχρεωμένος να αναπληρώνει τα διαφυγόντα έσοδα των φορέων της κοινωνικής ασφάλισης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η αποκατάσταση των δημόσιων οικονομικών δεν απαιτεί εντονότερη λιτότητα αλλά ηθική και διανοητική σοβαρότητα: για την αποκατάσταση της ισορροπίας των δημόσιων οικονομικών θα αρκούσε να καταργήσουμε αυτή τη σπατάλη που συνεπάγονται τα δώρα προς τα υψηλότερα εισοδήματα της μισθωτής εργασίας και του κεφαλαίου.

Το να ξαναπάρουμε στα χέρια μας τα 40 δισ. του φόρου εισοδήματος που χάνονται κάθε χρόνο, θα έπρεπε να είναι μια πολύ εύκολη υπόθεση. Θα αρκούσε απλώς να θεσπιστούν ξανά μία ή δύο φορολογικές κλίμακες που θα κυμαίνονται από το 50% ώς το 70% και να υπολογιστεί προσεκτικά το όριο από το οποίο θα αρχίσουν να ισχύουν, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η είσπραξη του εν λόγω ποσού. Μάλιστα, σε μια συγκυρία όπου η απειλή ενός νέου κραχ των ομολόγων του δημόσιου χρέους δεν έχει εκλείψει ολοκληρωτικά, θα μπορούσαμε μέχρι και να προσφέρουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να προτείνουμε μια εναλλακτική λύση στους υπόχρεους για την καταβολή αυτών των επιπλέων ποσών φόρου: είτε να πληρώσουν κανονικά αυτό το ποσό (τα εν λόγω 40 δισ. ευρώ) είτε να καταθέσουν το τριπλάσιο αυτού του ποσού σε έναν άτοκο και δεσμευμένο για επτά χρόνια λογαριασμό, ο οποίος θα προορίζεται για τη χρηματοδότηση του ελλείμματος που συνεπάγεται αυτή η φορολογική επιλογή τους. Κατά κάποιον τρόπο, θα πρόκειται για την ίδια επιλογή που προσφερόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στις εύπορες τάξεις: να ψηφίζουν κυβερνήσεις οι οποίες αφενός μειώνουν τους φόρους που αυτές οι τάξεις θα έπρεπε να πληρώσουν, αφετέρου τους προσφέρουν τίτλους του δημόσιου χρέους... τους οποίους αγοράζουν με τα χρήματα που εξοικονομούν από τη μείωση της φορολογίας. Μόνο που, αυτή τη φορά, θα φροντίσουμε να καταργηθεί το διπλό όφελος που εξασφάλιζαν, καθώς θα καταργήσουμε την πληρωμή τόκων γι' αυτή την τοποθέτηση των χρημάτων τους. Με τα σημερινά δεδομένα, σε αυτόν τον άτοκο λογαριασμό θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν μέσα σε επτά χρόνια 840 δισ. ευρώ. Δεδομένου ότι το κράτος θα χρησιμοποιεί κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αυτό το ποσό χωρίς να πληρώνει τόκους, θα μπορεί να εξοικονομεί κάθε χρόνο 32 δισ. ευρώ. Επιπλέον, καθώς το ήμισυ περίπου του δημόσιου χρέους θα βρίσκεται στο εξής εκτός των αγορών -και άρα απαλλαγμένο από τον κίνδυνο των επιθέσεών τους-, αυτό το γεγονός θα εκμηδένιζε σχεδόν τον κίνδυνο αδυναμίας εξυπηρέτησης του κρατικού χρέους που φοβούνται οι «αγορές», ενώ ταυτόχρονα θα εξασφάλιζε την άνετη συμμόρφωση με τα κριτήρια του Συμφώνου Σταθερότητας. Και, φυσικά, κανένας δεν θα μπορούσε να απαγορεύσει στις άλλες χώρες να αντλήσουν έμπνευση από αυτό το μοντέλο...

 

1. Δηλαδή, το μερίδιο του ελλείμματος που δεν εξηγείται από την κρίση.

2. Οι δημόσιες δαπάνες αντιπροσώπευαν το 55% του ΑΕΠ το 1993, το 51,5% το 2000 και το 52,5% το 2009, χωρίς να συνυπολογίζεται το κόστος των μέτρων για την ανάκαμψη της οικονομίας.

3. Έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών, αρ. 2689, Ιούνιος 2010.

Ολόκληρο το κείμενο με τίτλο: "Η 'λιτότητα' που πραγματικά μας χρειάζεται στη διεύθυνση https://monde-diplomatique.gr/?p=3272

 

* Ο Laurent Cordonnier είναι οικονομολόγος, καθηγητής στο Centre lillois d'études et de recherches sociologiques et économiques

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Διπλή μάχη

Τη Δευτέρα ξεκινά και επίσημα ο προεκλογικός αγώνας με την παρουσίαση του ευρωψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία από τον Αλέξη Τσίπρα στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Ένας αγώνας που δίνεται...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο