Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Στη μέγγενη των ιδιωτικοποιήσεων

Το 1944, ο Αυστριακός οικονομολόγος Φρίντριχ Χάγεκ εξέφρασε τον φόβο του για έναν κολεκτιβιστικό κύκλο, «τον δρόμο του καταναγκασμού», ο οποίος οδηγεί στη θυσία της ατομικής ευθύνης στον βωμό της κοινωνικής ασφάλειας. Αν πλέον υπάρχει ένας κύκλος, αυτός είναι ο κύκλος της αγοράς. Τα ντόμινο πέφτουν προς την αντίθετη κατεύθυνση

Επιμέλεια: Θανάσης Κούτσης

Τα μεταρρυθμιστικά μέτρα που σχεδιάζονται στη Γαλλία μοιάζουν με αυτά που λαμβάνονται στη Γερμανία ή την Ιταλία και εγγράφονται στο φιλελεύθερο κύμα που προωθούν οι Βρυξέλλες. Η επιστροφή στο 2004 και στην αρχή του ξηλώματος του Δημοσίου μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τα σημερινά προβλήματα που έβγαλαν τα "Κίτρινα Γιλέκα" στους δρόμους.

 

Του Serge Halimi*

Το 1944, ο Αυστριακός οικονομολόγος Φρίντριχ Χάγεκ εξέφρασε τον φόβο του για έναν κολεκτιβιστικό κύκλο, «τον δρόμο του καταναγκασμού», ο οποίος οδηγεί στη θυσία της ατομικής ευθύνης στον βωμό της κοινωνικής ασφάλειας. Αν πλέον υπάρχει ένας κύκλος, αυτός είναι ο κύκλος της αγοράς. Τα ντόμινο πέφτουν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ποια μέθοδος επέτρεψε, άραγε, να επιβληθεί ο ανταγωνισμός, δηλαδή η ιδιωτικοποίηση, στις δημόσιες επιχειρήσεις, να γίνει δεκτό το οριστικό κλείσιμο πολλών ταχυδρομικών καταστημάτων και σιδηροδρομικών σταθμών, να αμφισβητηθεί η δωρεάν Υγεία και Παιδεία, να μετατραπεί ο δημόσιος τομέας σ' ένα αρχιπέλαγος ανταγωνιστικών και απειλούμενων υπηρεσιών; Κι όλα αυτά σχεδόν χωρίς «συζήτηση». Έτσι, ήταν αρκετή η κατασκευή ενός διαδρόμου «μεταρρυθμίσεων», στο εσωτερικό του οποίου μια πόρτα κλειδώνει μόλις διαβούμε το κατώφλι της για να οδηγήσει σε μια άλλη που ανοίγει μόλις την πλησιάσουμε. Στη συνέχεια, όπως λέει το τραγούδι, σύντομα, «δεν έχουμε πια αρκετή βενζίνη για να γυρίσουμε πίσω. Έτσι, πρέπει να προχωρήσουμε».

Η μοιρολατρική αντίληψη ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» κάνει καλά τη δουλειά της. Η θέληση αποδεικνύεται ανίσχυρη αφού την έχουμε αφοπλίσει και ασκούμε αδιάκοπα την τακτική της καμένης γης. Τον προορισμό δεν θα τον ανακαλύψουμε παρά στο τέλος... Σε τελική ανάλυση, πρόκειται σαφώς για ένα επαναστατικό πρόγραμμα, ένα μεγάλο άλμα προς τα πίσω, του οποίου όμως η συνολική πορεία προκύπτει από μια αλληλουχία ενδιάμεσων σταδίων. Ανοίγουμε τα σύνορα γιατί δεν είμαστε οπαδοί του προστατευτισμού, ιδιωτικοποιούμε γιατί έχουμε ανοίξει τα σύνορα, θυσιάζουμε την απασχόληση και το δημόσιο όφελος γιατί έχουμε ιδιωτικοποιήσει. Το «ελεύθερο εμπόριο», το «κρίσιμο μέγεθος», οι «συμμαχίες», ο «ανταγωνισμός», η «δημιουργία αξίας» αποτελούν τα διάφορα εξαρτήματα ενός μηχανικού που θα οικοδομήσει ένα κάστρο το οποίο έχουν σχεδιάσει εκ των προτέρων οι αρχιτέκτονες.

Ο φιλελεύθερος «οδικός χάρτης» ακολουθεί πιστά τον «πραγματισμό» και «τη φωνή της λογικής». Για να αντισταθμίσει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, πρέπει να ιδιωτικοποιήσει. Για να πουλήσει τις δημόσιες επιχειρήσεις σε καλή τιμή, πρέπει να προσελκύσει τους ξένους επενδυτές. Για να προσελκύσει τους ξένους επενδυτές, πρέπει να μειώσει τους μισθούς και τα «βάρη». Στη συνέχεια, η κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων θεωρείται πολύ γενναιόδωρη στον νέο ανταγωνιστικό κόσμο που έχει δημιουργηθεί με αυτόν τον τρόπο. Η έκρηξη της ανεργίας και της προσωρινής απασχόλησης, αλλά και η εξαφάνιση του συνδικαλισμού που εν μέρει απορρέει από αυτήν επιτρέπουν την εξουδετέρωση των («συντεχνιακών») διαμαρτυριών όσων διαθέτουν εργασία και επαρκή κοινωνική προστασία. Από τη στιγμή που οι εργαζόμενοι σιωπώντας αποδεικνύουν ότι έχουν «αίσθηση των ευθυνών» τους, δεν μπορεί να γίνει ανεκτό για πολύ καιρό το γεγονός ότι οι άνεργοι τούς χλευάζουν, αφού αμείβονται σχεδόν όσο κι εκείνοι χωρίς να κάνουν τίποτα. Έτσι, εντείνονται οι έλεγχοι που τους αφορούν. Χωρίς να ξεχνάμε, με την ευκαιρία, να μειώσουμε τα επιδόματά τους, τα οποία είναι φορείς μιας κουλτούρας της «προστασίας» και της εξάρτησης.

Ωστόσο, οι φιλελεύθεροι, όπως έχουμε δει, δεν αδιαφορούν για τη δημόσια Υγεία. Σ' αυτό τον τομέα, όπως και στο ζήτημα της εκπαίδευσης, η «λογική εξέλιξη» ενός δημόσιου και δωρεάν συστήματος σε μια βιομηχανία που είναι σε μεγάλο βαθμό ιδιωτική και χρηματοδοτούμενη από ασφάλειες ή τραπεζικά δάνεια αρχίζει με την επίκληση ενός συγκεντρωτικού συστήματος που δεν λειτουργεί πια, είναι γραφειοκρατικό, χρεοκοπημένο, άνισο. Είναι απαραίτητο να αποκεντρώσουμε το οικοδόμημα -όπως επιβάλλει η «εγγύτητα»-, να μεταβιβάσουμε στις περιφέρειες την «ευθύνη» των προϋπολογισμών τους, να δημιουργήσουμε μια αγορά της εκπαίδευσης ή της Υγείας για να καθορίσουμε τιμές που θα επιτρέπουν τον έλεγχο και τον προσανατολισμό της διαχείρισης. Στη συνέχεια, πρέπει άλλοτε να κλείσουμε νοσοκομεία (ή σχολεία, ή ταχυδρομικά καταστήματα), τα οποία ανακαλύψαμε ότι δεν ήταν αποδοτικά, άλλοτε να συνάψουμε «συμμαχίες» με τοπικές επιχειρήσεις, άλλοτε να επανεξετάσουμε τη δωρεάν παροχή περίθαλψης και Παιδείας, άλλοτε να μεταφέρουμε στον ιδιωτικό τομέα ένα μεγάλο μέρος των υποχρεώσεων της εκπαίδευσης ή της Υγείας, που γίνονται όλο και πιο στοιχειώδεις.

Στην πραγματικότητα, δίνουμε την εξήγηση ότι είναι προτιμότερο να μη διατηρήσουμε παρά τον πυρήνα του επαγγέλματος, ότι δεν είναι απαραίτητο να είναι δημόσιοι υπάλληλοι αυτοί που εργάζονται ως θυρωροί, καθαριστές, συντηρητές, αυτοί που βγάζουν φωτοτυπίες, διαμορφώνουν και ελέγχουν ερωτηματολόγια, αναλαμβάνουν ένα πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής, διαχειρίζονται τα έξοδα προσωπικού και τις στρατιωτικές κατοικίες, εκπαιδεύουν πιλότους. Έπειτα από αυτές τις συνεχείς αξιολογήσεις και τις διαδοχικές εκχωρήσεις -που αποτελούν πονοκέφαλο και για το δημόσιο ταμείο-, απαλλασσόμαστε από δραστηριότητες που άλλοτε οργάνωνε το κράτος.

Αφού μετασχηματίστηκε και επαναπροσανατολίστηκε σε καθήκοντα ασφάλειας, το κράτος γίνεται λιγότερο ικανό να περιορίσει μια μέρα την εξάπλωση του εμπορικού νόμου. Η μετάβαση από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα είναι κοινή πρακτική, η διοίκηση διαρκώς κατακερματίζεται, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της αλλοιώνεται. Η προσωρινή και επισφαλής απασχόληση στον δημόσιο τομέα μπορεί, μάλιστα, με την ευκαιρία, να δώσει ιδέες στην εργοδοσία.

Για τους φιλελεύθερους, η ιδιωτικοποίηση, πλήρης ή τμηματική, αποτελεί επίσης ένα μέσο για να εξασθενίσει η δύναμη αντίστασης των συνδικάτων, πράγμα που θα επιτρέψει να ανοίξει ο δρόμος για τις επόμενες «μεταρρυθμίσεις». Οι κοινωνικές διεκδικήσεις βασίστηκαν συχνά σε δημόσιες επιχειρήσεις με εντονότερη συνδικαλιστική δραστηριότητα από τις άλλες, των οποίων οι μεγάλες απεργίες σημάδεψαν την Ιστορία της χώρας (ανθρακωρυχεία το 1963, δημόσια επιχείρηση αυτοκινήτων Ρενό το 1968, Εθνική Εταιρεία Γαλλικών Σιδηροδρόμων και Αυτόνομη Διαχείριση Μεταφορών Παρισιού το 1995).

Αίτια και συνέπειες είναι συχνά αλληλένδετα στην εξέλιξη του φιλελεύθερου προγράμματος: η αδυναμία των εργατικών οργανώσεων ευνοεί την επιβολή της ελαστικοποίησης της απασχόλησης, η οποία, με τη σειρά της, βλάπτει τη συνδικαλιστική στράτευση. «Αν θέλουμε να διατηρήσουμε την παραμικρή ελπίδα για επιστροφή σε μια ελεύθερη οικονομία, το ζήτημα του περιορισμού της συνδικαλιστικής δύναμης είναι από τα πιο σημαντικά» προειδοποιούσε ο Φρίντριχ Χάγεκ από την άνοιξη του 1947.

 

* Ο Serge Halimi είναι ο διευθυντής της «Le Monde diplomatique»

 

 

Ολόκληρο το κείμενο στη διεύθυνση https://monde-diplomatique.gr/?p=3250

Δείτε όλα τα σχόλια