Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι ακαταμάχητες «business schools»

Μέσα στην παγκόσμια οικονομία, δυο δυνάμεις επηρεάζουν την «αγορά» των business schools: οι οργανισμοί πιστοποίησης και οι κατατάξεις. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η παιδαγωγική διάσταση υποχωρεί μπροστά στις εμπορικές προτεραιότητες. Η «αξία» ενός εκπαιδευτικού προγράμματος κρίνεται με βάση την πραγματοποιούμενη επένδυση

Επιμέλεια: Βασίλης Παπακριβόπουλος

 

Από τη δεκαετία του ’90 και μετά, οι business schools και τα περίφημα MBA κατέκλυσαν τον κόσμο της εκπαίδευσης σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα διπλώματα είναι «βαριά» στην αγορά, ωστόσο οι σπουδές δεν είναι φθηνές. Και το αμερικανικό μοντέλο επικράτησε πάνω σε όλα τα υπόλοιπα.

 

Του Ibrahim Warde*

Οι πρώτες εμπορικές σχολές εμφανίζονται στα τέλη του 19ου αιώνα, έγιναν όμως εξαγώγιμο προϊόν μόνο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '50. Ακολουθώντας το σχέδιο Μάρσαλ και τις πολυεθνικές, το μάνατζμεντ αμερικανικού τύπου κάνει την εμφάνισή του στην Ευρώπη. Το Insead (Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Διοίκησης Επιχειρήσεων) δημιουργήθηκε το 1959 χάρη στη βοήθεια αμερικανικών ιδρυμάτων από απόφοιτους του Harvard Business School και επιδίωξε με επιτυχία να εγκλιματίσει τις μεθόδους που εφαρμόζονταν στις ΗΠΑ στο ευρωπαϊκό περιβάλλον: μαθήματα στα αγγλικά, Αμερικανοί καθηγητές ή καθηγητές με σπουδές στις ΗΠΑ, διδασκαλία με βάση τις μελέτες περιπτώσεων που διδάσκονταν στο Χάρβαρντ.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60, οι αμερικανικές business schools γνώρισαν την πρώτη χρυσή εποχή τους. Την ίδια εποχή, ο Πρόεδρος Ζορζ Πομπιντού καλούσε τις γαλλικές επιχειρήσεις να μάθουν τις τεχνικές «του μάρκετινγκ και του μάνατζμεντ». Στην Ευρώπη, όπως και αλλού, εμφανίστηκαν οι business schools αμερικανικού τύπου. Και οι μεγάλες γαλλικές εμπορικές σχολές επιχείρησαν πλήρη αναμόρφωση της παιδαγωγικής τους: νέα μαθήματα, καθηγητές πλήρους απασχόλησης, γενίκευση της χρησιμοποίησης της μελέτης περιπτώσεων. Συχνά, οι πιο φιλόδοξοι από τους αποφοίτους τους επέλεγαν να περάσουν δύο χρονιές επιπλέον στην άλλη όχθη του Ατλαντικού για να τελειοποιήσουν την εκπαίδευσή τους, ακόμη και αν είχαν παρακολουθήσει σχεδόν το ίδιο πρόγραμμα σπουδών.

Όταν επιβεβαιώθηκε η αμερικανική βιομηχανική παρακμή απέναντι σε χώρες όπως η Ιαπωνία και η Γερμανία, που δεν γνώριζαν τις σπουδές ΜΒΑ, το μάνατζμεντ αμερικανικού τύπου βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ένα άρθρο τής «Harvard Business Review» έφτασε στο σημείο να συσχετίσει τη διδασκαλία της διοίκησης επιχειρήσεων -υπερβολικά εξειδικευμένη, υπερβολικά αφηρημένη και όχι αρκετά διεθνής- και την πτώση της ανταγωνιστικότητας της αμερικανικής βιομηχανίας. Υποστήριξε ότι οι σπουδές ΜΒΑ ενθάρρυναν τον βραχυπρόθεσμο τρόπο σκέψης και ευνοούσαν τη δεξιοτεχνία στο μάρκετινγκ και τον χρηματοοικονομικό τομέα, σε βάρος των παραγωγικών δραστηριοτήτων και της τεχνολογικής καινοτομίας.

Αυτή η αμφισβήτηση είχε ως αποτέλεσμα να πειστούν όλες οι σχολές διοίκησης επιχειρήσεων να μεταρρυθμίσουν τη διδασκαλία τους. Από τότε, μεταρρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις βρίσκονται παντού στην ημερήσια διάταξη. Όμως, ακόμα και στο αποκορύφωμα των κριτικών, οι σπουδές ΜΒΑ συνέχισαν να μην αντιμετωπίζουν πρόβλημα -αν κρίνουμε από τις αιτήσεις εγγραφής και από το επίπεδο των μισθών- τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και ως εξαγώγιμο προϊόν. Οι σχολές συγκεντρώνουν σημαντικούς οικονομικούς πόρους, οι οποίοι προέρχονται τόσο από την εξάπλωση των ολοένα ακριβότερων προγραμμάτων όσο και από την ιδεοληπτική συλλογή κεφαλαίων.

Στις αρχές της δεκαετίας του '90, τα δυο μεγάλα βρετανικά πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ, ναοί της κλασικής παιδείας, ενέδωσαν, εγκαινιάζοντας κι αυτά τις δικές τους σχολές διοίκησης επιχειρήσεων. Στη Γαλλία, πανεπιστημιακά ιδρύματα όπως η Ecole Nationale des Ponts et Chaussées ή το Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού δημιούργησαν τα δικά τους ΜΒΑ. Το φαινόμενο είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό στην Ανατολική Ευρώπη, την πρώην Σοβιετική Ένωση, τη Λατινική Αμερική και την Ασία.

Μέσα στην παγκόσμια οικονομία, δυο δυνάμεις επηρεάζουν την «αγορά» των business schools: οι οργανισμοί πιστοποίησης και οι κατατάξεις. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η παιδαγωγική διάσταση υποχωρεί μπροστά στις εμπορικές προτεραιότητες. Η «αξία» ενός εκπαιδευτικού προγράμματος κρίνεται με βάση την πραγματοποιούμενη επένδυση. Καθώς οι σχολές διοίκησης επιχειρήσεων κατηγορήθηκαν συχνά ότι δεν διοικούνται όπως οι επιχειρήσεις, το άκρον άωτον συνίσταται στο να θεωρείται ο φοιτητής καταναλωτής και το πανεπιστημιακό ίδρυμα επιχείρηση παροχής υπηρεσιών. Το μόνο που μετράει σε αυτή την περίπτωση είναι η ικανοποίηση των πελατών, οι οποίοι είναι όλο και περισσότερο απαιτητικοί, και οι οποίοι, μέσα σε μια ευνοϊκή οικονομική συγκυρία, δεν μπορούν να συγκρατήσουν την ανυπομονησία τους. Επιθυμούν πάνω από όλα να αυξήσει η σχολή την αξία τους στην αγορά -ακόμα και να τους βοηθήσει να δημιουργήσουν τι δική τους επιχείρηση.

Με το πρόσχημα ότι ανταποκρίνονται στη ζήτηση της αγοράς, πολλά ιδρύματα υιοθέτησαν μια στρατηγική ανάπτυξης προς όλες τις κατευθύνσεις, δημιουργώντας προγράμματα, συμμαχίες και παραρτήματα στο εξωτερικό. Όμως, η υπερβολική διεθνοποίηση πραγματοποιείται μόνο προς μια κατεύθυνση. Μπορεί οι Aμερικανοί καθηγητές να διδάσκουν σε ξένα πανεπιστήμια, σπάνια όμως βρίσκουν χρόνο για να κατανοήσουν τις τοπικές επιχειρηματικές συνθήκες. Ο Τζέφρι Ε. Γκάρτεν, κοσμήτορας του Yale School of Management, αναρωτιέται αν ο πολλαπλασιασμός αυτών των προγραμμάτων «δεν έχει πάνω από όλα ως κίνητρο τη θέληση να υπάρξουν έσοδα, να μιμηθούν τις σχολές που τους ανταγωνίζονται ή τη δυνατότητα να καυχιούνται στα μέσα ενημέρωσης για τον αριθμό των προγραμμάτων που δημιουργήθηκαν στο εξωτερικό παρά τους συνετούς στρατηγικούς υπολογισμούς σχετικά με την παιδαγωγική αποστολή των σχολών». Εξάλλου, καμία από τις μεγάλες αμερικανικές business schools δεν απαιτεί την καλή γνώση μιας ξένης γλώσσας, ούτε και προσφέρει διδασκαλία συγκριτικού μάνατζμεντ - καθώς θεωρείται αυτονόητο ότι υπάρχει ένα μοντέλο με παγκόσμια εφαρμογή.

Για να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξή τους, οι αμερικανικές σχολές πλειοδοτούν στη συγκέντρωση κεφαλαίων. Η ανακοίνωση μιας σημαντικής δωρεάς από μια σχολή παρακινεί τους ανταγωνιστές της να εξασφαλίσουν ακόμα μεγαλύτερες δωρεές. Αυτή τη στιγμή, παρόμοιες εκστρατείες σπάνε όλα τα ρεκόρ, εν μέρει χάρη στις θεαματικές χρηματιστηριακές υπεραξίες. Τα δίκτυα των πρώην φοιτητών συμβάλλουν και αυτά. Επιπλέον, οι πιο γενναιόδωροι δωρητές (όσοι προσφέρουν περισσότερα από 20 εκατομμύρια δολάρια) μπορούν να πετύχουν να δοθεί το όνομά τους στο ίδρυμα που θα λάβει τη δωρεά. Οι πιο κερδοφόροοι τομείς, όπως η συνεχής επιμόρφωση, αποφέρουν ένα αυξανόμενο μερίδιο εσόδων: το διάσημο πρόγραμμα προχωρημένου μάνατζμεντ του Χάρβαρντ, το οποίο διαρκεί εννέα εβδομάδες, κοστίζει 40.500 δολάρια... Ο γρήγορος πλουτισμός ορισμένων ιδρυμάτων μάς κάνει να υποθέσουμε ότι θα περάσουν σύντομα από μια λογική αύξηση των ακινήτων (χτίζουν νέες εγκαταστάσεις γιατί διαθέτουν τεράστιους οικονομικούς πόρους) σε μια ξενοδοχειακή λογική (καθώς πρέπει να γεμίσουν τα νέα φοιτητικά «δωμάτια»), με ανάλογη μείωση της αυστηρότητας κατά την επιλογή των φοιτητών και πτώση του επιπέδου της διδασκαλίας.

Οι καθηγητές, οι οποίοι τόσο παθιάζονται με την αλλαγή όταν πρόκειται να την επιβάλουν στους άλλους, αγκιστρώνονται στα προνόμιά τους και ιδιαίτερα στη μονιμότητά τους. Ακολουθούν έτσι μια λογική που είναι διαμετρικά αντίθετη στη λογική της αγοράς, όπου η ασφάλεια της απασχόλησης εξαρτάται από την επίδοση. Εξάλλου, τίποτε δεν εξασφαλίζει ότι παράγουν γνώσεις οι οποίες είναι χρήσιμες για τις επιχειρήσεις. Γιατί, για να αποκτήσουν την έδρα τους στα πανεπιστημιακά ιδρύματα με το μεγαλύτερο κύρος, οφείλουν κυρίως να αποδείξουν στους ομοίους τους την ποιότητα της θεωρητικής τους έρευνας. Όμως, η υπερβολική εξειδίκευση καθώς και η επιθυμία τους να φαίνονται «επιστημονικοί» δεν αφήνουν περιθώρια, τόσο για τη διεπιστημονικότητά τους όσο και για το ευανάγνωστο των κειμένων τους. Οι ειδικευμένες επιθεωρήσεις είναι γεμάτες άλλοτε από αφηρημένα άρθρα τα οποία απαντούν με μεγάλη ακρίβεια σε άχρηστα ερωτήματα και άλλοτε από εμπειρικά άρθρα τα οποία ασχολούνται σχολαστικά με αδιάφορα θέματα.

Μόλις αποκτήσουν την έδρα τους, οι καθηγητές έχουν την τάση να ενδίδουν στις σειρήνες του έξω κόσμου. Τα συμβούλια, οι διαλέξεις και τα σεμινάρια αμείβονται πολύ καλύτερα από τη διδασκαλία και την έρευνα. Οι «σούπερσταρ» του συστήματος, οι οποίοι συμβάλλουν στη φήμη των σχολών, έχουν τη δυνατότητα να πωλούν τις υπηρεσίες τους για ποσά που φτάνουν έως και τα 90.000 δολάρια την ημέρα. Όπως παρατηρεί ο κοσμήτορας Γκάρτεν, αυτό έχει ως αποτέλεσμα «να υποβαθμίζεται η διδασκαλία τη στιγμή ακριβώς που υπάρχει επείγουσα ανάγκη για καλύτερη κατανόηση του κόσμου των επιχειρήσεων».

Ακόμα κι αν δεν διαθέτουν τους πόρους των αμερικανικών ιδρυμάτων, ορισμένα ευρωπαϊκά ιδρύματα μπορούν να βρίσκονται στην αιχμή της καινοτομίας. Σύμφωνα με τον καθηγητή Χένρι Μίντζμπεργκ, καθηγητή στο πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ και στο Insead, «το 95% των σημαντικών αναλύσεων σε θέματα εκπαίδευσης στο μάνατζμεντ παράγονται στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Βρετανία». Ωστόσο, η αγορά της διδασκαλίας δεν φαίνεται να επηρεάζεται από αυτό το γεγονός. Έτσι, το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, αφού δοκίμασε ένα πρωτότυπο πρόγραμμα φοίτησης με εναλλαγή σπουδών και εργασίας σε επιχείρηση, ευθυγραμμίστηκε με τις προδιαγραφές του συμβατικού ΜΒΑ. Και σύμφωνα με την τελευταία κατάταξη των 100 καλύτερων business schools στον κόσμο που πραγματοποίησαν οι «Financial Times», μόνο δύο ευρωπαϊκά ιδρύματα, το Insead και το London Business School, περιλαμβάνονται στα δέκα πρώτα.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στην διεύθυνση https://monde-diplomatique.gr/?p=2824

 

* Ο Ibrahim Warde είναι καθηγητής Διεθνούς Επιχειρηματικότητας στο The Fletcher School of Law and Diplomacy στο Πανεπιστήμιο Tufts της Μασσαχουσέτης.

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ένα ιστορικό βήμα

Η πρόθεση του γειτονικού μας λαού, να τελειώσει η εθνικιστική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ελλάδα και την ΠΓΔΜ, είχε εκφραστεί από το δημοψήφισμα. Ο επιδέξιος χειρισμός της αποχής και των προβλημάτων...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο