Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Στις σπηλιές της παράδοσης με τους 444.444 Βούδες

Πράσινοι γίγαντες φυλάσσουν στην είσοδο τις εικόνες του Βούδα

Κείμενο - φωτογραφίες: ΘΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ   Στους μύθους και τη λαογραφία της Βιρμανίας, οι Ζότσι είναι σαμάνοι αλχημιστές οι οποίοι διαθέτουν σπάνιες υπερφυσικές δυνάμεις. Οι Βιρμανοί τούς...

Κείμενο - φωτογραφίες: ΘΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

 

Στους μύθους και τη λαογραφία της Βιρμανίας, οι Ζότσι είναι σαμάνοι αλχημιστές οι οποίοι διαθέτουν σπάνιες υπερφυσικές δυνάμεις. Οι Βιρμανοί τούς φαντάζονταν να κρατούν ένα μαγικό ραβδί και να φορούν κόκκινο καπέλο. Πετούσαν, έλεγαν, στον αέρα, ταξίδευαν υπογείως στη γη και στους ωκεανούς, έψαχναν τη φιλοσοφική λίθο, ασκούσαν τη νεκρομαντεία και κατείχαν τα μυστικά της αθανασίας και της ανάστασης. Το κυριότερο έργο τους ήταν να θεραπεύουν τους ανθρώπους χάρη στις δυνάμεις των βοτάνων, τα οποία συνέλεγαν στον Βορρά, κάπου στα Ιμαλάια, αλλά και στα δάση του τόπου τους, αναγνωρίζοντάς τα με τη δύναμη του ραβδιού τους. Χάρη δε στις αλχημικές γνώσεις τους γίνονταν Βέιζα, δηλαδή οι αθάνατοι που προετοιμάζονταν για την έλευση του επόμενου Βούδα, του Μετέγια, γνωστότερου ως Μαιτρέγια. H ευρωπαϊκή παράδοση του αλχημιστή και η "Φιλοσοφική Λίθος" ή "Lapis Philosophorum", όπως έγινε γνωστή με τη λατινική της ονομασία, είναι ο ανάλογος ασιατικός θρύλος της Τσινταμάνι των Ινδουιστών και των Βουδιστών, του λίθου που εκπληρώνει κάθε επιθυμία του κατόχου του και την οποία δανείστηκαν και οι Βιρμανοί.

Το σπήλαιο του αλχημιστή

Παρ' ότι δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες για τους Βέιζα, ούτε στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες ούτε στις τοπικές της Βιρμανίας επί ακμής του Παγκάν, του βασιλείου δηλαδή που είχε έδρα το σημερινό Μπαγκάν από το 849, όταν θεμελιώθηκαν τα τείχη της πρωτεύουσάς του, υπάρχουν παραπομπές σε παλαιότερα κείμενα, του 1ου μ.Χ. αιώνα, όπως το «Καπαλάνκαρα», το οποίο κάνει λόγο για έναν «βιτζάνταρα» όπως λέγονταν οι Βέιζα, γραμμένο από τον μοναχό Ουταμασίρι. Ωστόσο, οι πιο γνωστοί Βέιζα έγιναν γνωστοί κατά την περίοδο της δυναστείας Κονμπαούνγκ, δηλαδή τον 18ο και 19ο αιώνα, αμέσως πριν την εποχή της αποικιοκρατίας, όταν ένας μοναχός της επαρχίας Σαγκαΐνγκ, ο Μπο Μπο Αούνγκ, ανακάλυψε χειρόγραφα τα οποία αποκάλυπταν μυστικά τους.

Πριν τους Βέιζα υπήρχαν οι μάγοι Ζότσι και οι Γιότσι, οι ασκητές βουδιστές γιόγκι με τις καφετί ρόμπες.

Ακόμη και σήμερα, ο θρύλος των Ζότσι συναρπάζει τους Βιρμανούς και ζει μέσα από τις παραδόσεις. Μια τέτοια παράδοση είναι και ο χορός Ζότσι, στον οποίον αναπαριστάται το μαγικό ραβδί του σαμάνου αλχημιστή που έχει την ικανότητα να εντοπίζει τα θεραπευτικά βότανα. Έτσι, στο τέλος του χορού, οι χορευτές πηδούν πάνω από το οριζοντιωμένο ραβδί για να δείξουν ότι το ίαμα λειτούργησε και ότι είναι ακμαίοι και γεροί. Ωστόσο, οι στρατιωτικές κυβερνήσεις των προηγούμενων δεκαετιών απαγόρευσαν την έκδοση βιβλίων για τον θρύλο των Ζότσι, θεωρώντας τον ασύμβατο με τις φιλοσοφικές και πολιτικές θεωρίες του καθεστώτος.

 

Στον δρόμο από το Μάνταλεϊ

 

Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ είχε γράψει ένα ποίημα με τίτλο "Στον δρόμο για το Μάνταλεϊ", με θέμα τη νοσταλγία ενός Βρετανού απόστρατου που αναπολεί τη θητεία του στη Βιρμανία την εποχή της αποικιοκρατίας, μεταξύ 1824 και 1948, και την ερωτική του περιπέτεια με μια Βιρμανή. Είναι το ποίημα που ξεκίνησε να απαγγέλλει τον Ιανουάριο του 2017 ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Μπόρις Τζόνσον, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Βιρμανία, και ακριβώς την στιγμή που ξεκινούσε με το "The temple bells they say / Come you back you English soldier" ("Οι καμπάνες του ναού σού λένε / Γύρνα πίσω, φανταράκι, γύρνα εδώ στο Μάνταλεϊ"), τον διέκοψε φανερά ενοχλημένος ο πρεσβευτής Άντριου Πάτρικ λέγοντάς του: "Είστε σε ανοιχτό μικρόφωνο. Μάλλον δεν είναι καλή ιδέα".

Αντίθετα με τον Κίπλιγκ, θα ακολουθούσα την αντίστροφη διαδρομή, του Δρόμου "από" το Μάνταλεϊ, για να επισκεφθώ τις σπηλιές όπου ζούσε ένας από τους πιο γνωστούς Ζότσι, ο Ου Πο Γουίν. Κινούμενος τις τελευταίες ημέρες στο Σαγκαΐνγκ, μια βόρεια επαρχία της Βιρμανίας στα σύνορα με την Ινδία, έχοντας έδρα το Μάνταλεϊ, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Μιανμάρ, όπως επισήμως ονομάζεται η Βιρμανία, και τελευταία βασιλική πρωτεύουσά της, ξεκίνησα αμέσως μόλις ανέτειλε ο ήλιος, λίγο μετά τις 05:30, οδικώς για τον προορισμό μου, το Φο Γουίν Τάουνγκ. Με κατεύθυνση βορειοδυτική και μετά από διαδρομή δύο ωρών, έφθασα στη Μονίβα γύρω στις 07.30. Αυτό σήμαινε πρακτικά ότι είχα στη διάθεσή μου σχεδόν εντεκάμισι ώρες να δω με φυσικό φως τη Μονίβα και τις σπηλιές. Προτίμησα να δω πρώτα τις σπηλιές και μετά να περιηγηθώ στην πόλη. Είναι συνήθεια χρόνων να επισκέπτομαι προληπτικά, διά παν ενδεχόμενον, ακόμη και για λόγους ασφαλείας, νωρίς τα απομακρυσμένα μέρη και το βράδυ τα πιο κεντρικά και πυκνοκατοικημένα, οπότε οτιδήποτε στραβό και αν προκύψει, θα υπάρχουν περισσότερες επιλογές λύσεων. Άλλωστε, καθώς είχα να επισκεφθώ και άλλα κοντινά μέρη, όπως η λίμνη Τουίν Ταούνγκ σε έναν ηφαιστειακό κρατήρα και ο επιβλητικός ναός Τανμποντάυ με τα ζωντανά χρώματα και τις πάνω από μισό εκατομμύριο εικόνες και αγάλματα του Βούδα, με αρχιτεκτονικό σχήμα που θυμίζει το περίφημο Μπορομπουντούρ στην Ινδονησία, ίσως να χρειαζόταν να διανυκτερεύσω στη Μονίβα.

Μετά από την διάβαση ποταμού και οδηγώντας για λιγότερο από μια ώρα, βρέθηκα σε ένα μικρό χωριό στους λόφους Πο Γουίν και ύστερα από λίγα μέτρα περπάτημα βρέθηκα στις σπηλιές. Κάτι περίεργο που συνάντησα είχε να κάνει με την προφορά των ντόπιων. Άλλος πρόφερε το μέρος «Πο Γουίν», άλλος «Φο Γουίν», άλλος ονόμαζε τον αρχαιολογικό χώρο με τις σπηλιές «Πο Γουίν Τάουνγκ» και άλλος «Πο Γουίν Ντάουνγκ». Προτίμησα λοιπόν να κρατήσω, όντας άλλωστε και οπτικός τύπος, την απόδοση της ονομασίας στη λατινική γραφή. Pho Win Taung ήτοι Φο Γουίν Τάουνγκ, αν και πάλι συνάντησα μπέρδεμα, καθώς σε αρκετές επιγραφές η ίδια ονομασία προφέρεται ως μία λέξη, Phowintaung. Σε κάθε του εκδοχή πάντως, η ερμηνεία είναι η ίδια: «Όρος του Ερημικού Μοναχικού Διαλογισμού».

 

Το «Όρος του Ερημικού Μοναχικού Διαλογισμού»

 

Το Φο Γουίν Τάουνγκ είναι ο τρίτος μεγαλύτερος αρχαιολογικός χώρος μετά το διάσημο Μπαγκάν, που ήταν και ο επόμενος προορισμός μου, και το Μράουκ Ου. Εκατοντάδες μικρές και μεγάλες τεχνητές σπηλιές, συνολικά 947 στον αριθμό, έχουν λαξευτεί εδώ πάνω στους αμμόλιθους των λόφων της περιοχής, όπως εκατοντάδες ήταν και τα χρόνια που χρειάστηκαν για να κατασκευαστούν, καθώς αυτές δημιουργήθηκαν μεταξύ του 14ου και του 18ου αιώνα. Ο θρύλος λέει πως εδώ βρίσκονται συνολικά 444.444 παραστάσεις του Βούδα, αν και εύκολα καταλαβαίνει ο επισκέπτης πως ο αριθμός είναι μάλλον υπερβολικός.

Φτάνοντας στην περιοχή συνάντησα μικροπωλητές που πωλούσαν από σουβενίρ μέχρι καρύδες. Με την αποπνικτική ζέστη, τον καυτό ήλιο και την υγρασία, προμηθεύτηκα αρκετά νερά και παρήγγειλα και καρύδες, τις οποίες άνοιγε στη μέση ο πλανόδιος με μια χατζάρα. Παραδίπλα μερικά πιτσιρίκια πόζαραν να τα τραβήξω φωτογραφία. Και σαν να καταλάβαιναν πως ήρθε ξένος, εμφανίστηκαν από το πουθενά δεκάδες πίθηκοι μήπως και τους έφερνα κάποιο πεσκέσι. Καμιά μπανάνα, κάνα καλαμπόκι, οτιδήποτε.

Μπαίνοντας στα σπήλαια, διαπίστωσα πως όσο επιβλητικό είναι το θέαμα βλέποντάς το απ' έξω με φόντο την πυκνή βλάστηση, άλλο τόσο υποβλητικό είναι το εσωτερικό τους. Αμέτρητες τοιχογραφίες, η μεγαλύτερη συλλογή ζωγραφιών πάνω σε βράχια σε ολόκληρη την ασιατική ήπειρο, αναπαριστούν από στιγμιότυπα της ζωής του Βούδα μέχρι την καθημερινή ζωή των Βιρμανών. Μερικά αγάλματα είναι τοποθετημένα κοντά στα ανοίγματα των σπηλαίων και έτσι το φως τα κάνει λιγότερο απόκοσμα, ενώ είναι ευκολότερο να αποκωδικοποιηθούν οι μούντρα τους. Ανάμεσα στις πολλές σκέψεις που έκανα ήταν να αναρωτηθώ πώς είναι δυνατόν σε ένα τέτοιο μέρος να μην βλέπεις το σύνηθες θέαμα εκατοντάδων τουριστών να σπρώχνονται ή να περιμένουν σε ουρές για ένα τόσο εντυπωσιακό μνημείο.

 

Στις σπηλιές

 

Πολλές τοιχογραφίες, γλυπτά και αγάλματα παρουσιάζουν ιστορίες της Τζάτακα, δηλαδή στιγμιότυπα από τις προηγούμενες ζωές του Βούδα σε διαφορετικές μορφές. Οι Τζάτακα, εδώ και περισσότερο από 2.000 χρόνια, παρουσιάζονται με αγάλματα, πάνω σε ζωγραφισμένα επιτοίχια τάνγκα, με ανάγλυφα, ακόμη και με κτήρια όπως λόγου χάριν με στούπες, με αλληγορικές ή ρεαλιστικές παραστάσεις, άλλες είναι γραμμένες σε πεζό λόγο, άλλες σε έμμετρο, άλλες θεωρούνται επίσημες, άλλες χαρακτηρίζονται απόκρυφες κ.ο.κ. Εκτός όμως από τις ιστορίες τη ζωής του Βούδα, αρκετά αξιόλογες είναι και οι ανεικονικές ζωγραφιές, κυρίως σε γεωγραφικά σχήματα.

Μπαίνοντας και βγαίνοντας από τη μία σπηλιά στην άλλη, πρόσεξα ότι στην κορυφή του λόφου Πο Γουίν έχει χτιστεί ένα συγκρότημα τριών ναών από ηφαιστειακή πέτρα και ότι εκτός από τις σπηλιές έχουν λαξευτεί και σκαλοπάτια.

Ξαναμπαίνοντας στις επόμενες σπηλιές παρατήρησα ότι στις τοιχογραφίες κυριαρχεί το κόκκινο χρώμα, συνδυασμένο με λευκό και μαύρο για τις λεπτομέρειες και τα περιγράμματα, ενώ επίσης το κόκκινο κυριαρχεί στα περισσότερα αγάλματα του Βούδα. Εντυπωσιακά ωστόσο είναι και τα χρυσαφί αγάλματα.

Γενικά κυριαρχούν εδώ δύο κατηγορίες αγαλμάτων. Ο Ευτυχής Βούδας, με κοιλιά, φαλακρός, με ρόμπα και ακάλυπτο το στήθος και με πλατύ χαμόγελο, και ο Ιστορικός Βούδας, ήρεμος, με μαλλιά, με ακάλυπτο τον έναν ώμο και πιο αδύνατος.

Άνθη, αρωματικά στικ, μεταλλικά βάζα, κεριά, χαρτιά με ευχές, ακόμη και χαρτονομίσματα ήταν απλωμένα μπροστά σε Βούδες, ενώ μερικές ντόπιες προσκυνήτριες κολλούσαν μικρά λεπτά φύλλα χρυσού, σαν τσιγαρόχαρτο, πάνω στα αγάλματα. Τα ίδια φύλλα τα χρησιμοποιούν αρκετές και για καλλυντικά στο πρόσωπο, όπως επίσης στο πρόσωπο των γυναικών και των παιδιών έβλεπα διαρκώς μια άσπρη απλωμένη κρέμα. Όπως μου εξήγησαν, αυτή η κρέμα λέγεται "τάνακα". Την παρασκευάζουν με νερό και φλοιό δένδρου και την απλώνουν ως αντιηλιακό.

 

Ο Ξαπλωμένος Βούδας

 

Στους ναούς του Φο Γουίν Τάουνγκ υπάρχουν και μερικοί "Ξαπλωμένοι Βούδες". Πρόκειται για αγάλματα του Βούδα ξαπλωμένου, γερμένου στο ένα πλευρό, συνηθέστερα στο δεξί, αραιότερα στο αριστερό.

Ο Ξαπλωμένος Βούδας είναι ο θνήσκων Βούδας, ο οποίος προετοιμάζεται για τον θάνατό του ο οποίος προήλθε, σύμφωνα με την παράδοση, από το σφάλμα ενός πιστού να του προσφέρει δηλητηριασμένη τροφή με χοιρινό. Με τον θάνατό του, εισέρχεται στην παρινιρβάνα, δηλαδή τη μεταθανάτια νιρβάνα, αφού την επίγεια την έχει ήδη κατακτήσει. Πλέον, απαλλάσσεται από τη σαμσάρα των περιπλανώμενων όντων, το κάρμα και τον κύκλο των μετενσαρκώσεων.

Ο παλαιότερος Ξαπλωμένος Βούδας, ο Μπαμάλα Μπούντα Παρινιρβάνα, βρίσκεται στο Πακιστάν και είναι 1.800 ετών. Ξαπλωμένοι Βούδες υπάρχουν σχεδόν σε όλη την ευρισκόμενη πέραν της Μέσης Ανατολής Ασία. Σε Μαλαισία, Βιρμανία, Κίνα, Ινδία, Καμπότζη, Ταϊλάνδη, Πακιστάν, Τατζικιστάν, Ινδονησία, Ιαπωνία, Σρι Λάνκα.

Αναχωρώντας για τον επόμενο προορισμό μου, μακαρίζω την προνοητικότητά μου να πάρω μαζί μου ευρυγώνιους φακούς για τα αγάλματα, μπουκάλια με νερό τα οποία στράγγιξα με την ανυπόφορη ζέστη που επικρατούσε και μπανάνες για τα συμπαθητικά πιθηκάκια που με ξεπροβόδισαν μέχρι το αυτοκίνητο του γυρισμού.

 

ΜΟΤΟ

Το Φο Γουίν Τάουνγκ είναι ο τρίτος μεγαλύτερος αρχαιολογικός χώρος μετά το διάσημο Μπαγκάν. Εκατοντάδες μικρές και μεγάλες τεχνητές σπηλιές, συνολικά 947 στον αριθμό, έχουν λαξευτεί εδώ πάνω στους αμμόλιθους των λόφων της περιοχής, όπως εκατοντάδες ήταν και τα χρόνια που χρειάστηκαν για να κατασκευαστούν, καθώς αυτές δημιουργήθηκαν μεταξύ του 14ου και του 18ου αιώνα

 

Δείτε όλα τα σχόλια