Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η άνθιση της βιομηχανίας της βιολογικής γεωργίας

Σε ολόκληρο τον πλανήτη οργανώνεται η αντίσταση στις βιολογικές μπίζνες. Ολοένα περισσότεροι αγρότες και συνεταιρισμοί παραγωγών υπερασπίζονται το μοντέλο μιας γεωργίας που υπηρετεί τα συμφέροντα του αγρότη και τους οικολογικούς τρόπους καλλιέργειας που προστατεύουν τη βιοποικιλότητα και τη διατροφική ασφάλεια

Επιμέλεια: Βασίλης Παπακριβόπουλος

Αρχικά, στο βιολογικό κίνημα πρωταγωνιστούσαν ακτιβιστές οι οποίοι ενδιαφέρονταν για την προστασία των συμφερόντων των μικρών αγροτών και απέρριπταν την παραγωγικίστικη λογική. Ήδη από το 2011, το κίνημα είναι πια πρακτική που κινδυνεύει να εξοκείλει στα ράφια των σουπερμάρκετ με τα πλέον προβεβλημένα προϊόντα.

Του Philippe Baqué*

Από το 1999, λόγω του ενδιαφέροντος των καταναλωτών για την υγεία τους αλλά και για το περιβάλλον, η κατανάλωση βιολογικών τροφίμων στη Γαλλία αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό της τάξης του 10%. Η αγορά, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρούνταν περιθωριακή, μετατράπηκε σε πολλά υποσχόμενο κλάδο, στον οποίο εισήλθαν οι μεγάλες αλυσίδες σουπερμάρκετ μέσω των οποίων πραγματοποιείται πλέον περισσότερο από το 45% των πωλήσεων των βιολογικών τροφίμων.

Όμως, το 2009, παρά την αύξηση του ρυθμού μετατροπής των συμβατικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων σε βιολογικές, μονάχα το 2,46% της χρησιμοποιούμενης γεωργικής γης αποτελούνταν από βιολογικές καλλιέργειες. Για να ικανοποιηθεί η ζήτηση των καταναλωτών, οι επιχειρήσεις που κυριαρχούν στην αγορά των βιολογικών προϊόντων έχουν δύο επιλογές: τη μαζική προσφυγή στις εισαγωγές και την ανάπτυξη μιας εντατικής, βιομηχανικού τύπου βιολογικής γεωργίας.

Η έννοια της βιολογικής γεωργίας γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην Ευρώπη ως αντίδραση στο μοντέλο της γεωργίας που γενικεύτηκε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στο οποίο κυριαρχούσε η χρήση των χημικών προϊόντων και η παραγωγικίστικη λογική. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ένα δίκτυο μικροκαλλιεργητών της βιολογικής γεωργίας και καταναλωτών δημιούργησε την οργάνωση Nature et Progrès (Φύση και Πρόοδος). Η οργάνωση προσέλκυσε σημαντικό τμήμα των αστικών πληθυσμών που αποφάσισαν την επιστροφή στη φύση και στην ύπαιθρο και ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς με οικολογικά και πολιτικά κινήματα, όπως το αντιπυρηνικό κίνημα και το συνδικάτο Paysans-Travailleurs (Αγρότες-Εργαζόμενοι) τη δεκαετία του 1970 ή, από τη δεκαετία του 1990, την Confédération paysanne και το κίνημα ενάντια στους Γενετικά Τροποποιημένους Οργανισμούς. Εξαιτίας αυτών των επιρροών, η Nature et Progrès ενσωμάτωσε στο καταστατικό της αρχές όπως η άρνηση των συνθετικών χημικών προϊόντων, η χρησιμοποίηση φυσικών μεθόδων, η διαφοροποίηση και η εναλλαγή των καλλιεργειών, η αυτονομία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, οι ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, η προάσπιση των συμφερόντων των μικροκαλλιεργητών, η βιοποικιλότητα, η παραγωγή των σπόρων από τους ίδιους τους αγρότες και όχι από τις πολυεθνικές, η διατροφική ασφάλεια και ο στόχος της κάλυψης των βασικών αναγκών μιας χώρας σε τρόφιμα από την εγχώρια παραγωγή... Καθώς το ζητούμενο είναι να αποκτήσει ξανά ένα νόημα η κατανάλωση και να αποκατασταθούν οι κοινωνικοί δεσμοί που είχαν διαρραγεί, η πώληση των βιολογικών προϊόντων πραγματοποιείται μέσω της τοπικής αγοράς, των λαϊκών αγορών και των συνεταιρισμών καταναλωτών, οι οποίοι θα αποτελέσουν τη βάση για τη δημιουργία του δικτύου των Biocoop. Το 1972, το καταστατικό της Nature et Progrès αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη σύνταξη του καταστατικού της Διεθνούς Ομοσπονδίας των Κινημάτων της Βιολογικής Γεωργίας (Ifoam), στο οποίο τα γεωπονικά κριτήρια συνδυάζονταν με οικολογικούς, κοινωνικούς και ανθρωπιστικούς στόχους.

Όμως, το αγροτικό, όπως και το κοινωνικό κίνημα που συνδέεται στενά με τη βιολογική καλλιέργεια, δεν κατόρθωσε να αποκτήσει την απαιτούμενη συνοχή. Τη δεκαετία του 1980, οι προδιαγραφές που έχει θεσπίσει η Nature et Progrès συνυπάρχουν με περίπου δεκαπέντε άλλες προδιαγραφές που προωθούνται από διάφορα κινήματα. Το 1991, με αφορμή τη σύγχυση που επικρατεί στον κλάδο, οι Βρυξέλες επιβάλλουν ενιαίες προδιαγραφές που ισχύουν για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η υιοθέτησή τους από το γαλλικό κράτος θα οδηγήσει στη δημιουργία του εθνικού σήματος ΑΒ. Οι -ιδιωτικοί και κερδοσκοπικοί- οργανισμοί πιστοποίησης λειτουργούν με τρόπο εντελώς αντίθετο από τον «συμμετοχικό έλεγχο» που εφαρμοζόταν προηγουμένως, στον οποίο κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτιζαν επιτροπές παραγωγών, καταναλωτών και μεταποιητών των βιολογικών προϊόντων.

Τότε, η Nature et Progrès βρέθηκε αντιμέτωπη με μια σοβαρή κρίση. Ορισμένα μέλη της αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν το νέο σήμα. Όμως, κάποια άλλα μέλη της δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στον πειρασμό να συμμετάσχουν στην πιστοποιημένη με το εθνικό σήμα αγορά που γνώριζε μεγάλη άνθηση, κι έτσι εγκατέλειψαν την οργάνωση. Όπως εξηγεί ο Ζορντί Βαν ντεν Ακέρ, πρώην πρόεδρος της οργάνωσης, «η πιστοποίηση ευνόησε τη δημιουργία μεγάλων καθετοποιημένων δικτύων στον κλάδο, εις βάρος των δικτύων του αλληλέγγυου εμπορίου. Η οικολογία και ο κοινωνικός χαρακτήρας, που αποτελούν για μας σημαντικές αξίες της βιολογικής γεωργίας, δεν αποτελούν πλέον κυρίαρχα χαρακτηριστικά του οικονομικού κλάδου. Το εθνικό σήμα και ο ευρωπαϊκός κανονισμός επέτρεψαν τη δημιουργία μιας διεθνούς αγοράς, η οποία διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων, το εμπόριο και τον ανταγωνισμό. Εμείς δεν θεωρούμε ότι όλα αυτά μας εκφράζουν».

Στη γενίκευση μιας βιομηχανικού τύπου βιολογικής γεωργίας οι γεωργικοί συνεταιρισμοί παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Χάρη στην παραγωγή ζωοτροφών με τις οποίες προμηθεύουν τα πτηνοτροφεία, τα περιθώρια κέρδους τους είναι σημαντικά. Ο παλαιότερος γαλλικός κανονισμός που ίσχυε για τη βιολογική γεωργία απαιτούσε από κάθε βιολογικό πτηνοτροφείο να παράγει το ίδιο το 40% των ζωοτροφών που χρησιμοποιούσε. Ο δεσμός με τη γη και με τον τόπο δεν υπάρχει πλέον στον νέο ευρωπαϊκό κανονισμό. Πλέον, ο πτηνοτρόφος αγοράζει από τον συνεταιρισμό το σύνολο των ζωοτροφών που χρησιμοποιεί (δηλαδή κατά κύριο λόγο σόγια). Το 2008, η παραγωγή βιολογικών κοτόπουλων στη Γαλλία αυξήθηκε κατά 17%, ενώ αντιθέτως η παραγωγή βιολογικής σόγιας στη χώρα μειώθηκε κατά 28%, καθώς η εισαγόμενη σόγια είναι πιο φθηνή.

Τον Νοέμβριο του 2008, αποσύρθηκαν από τη γαλλική αγορά 300 τόνοι βιολογικής πίτας από υπολείμματα σπόρων σόγιας επειδή ανιχνεύτηκαν υψηλά επίπεδα μελαμίνης, μιας ιδιαίτερα τοξικής ουσίας. Η ποσότητα αυτή είχε εισαχθεί από την Κίνα, από μια θυγατρική του συνεταιρισμού Terrena. Βέβαια, έκτοτε ο συνεταιρισμός σταμάτησε τις εισαγωγές του από τον ασιατικό γίγαντα. Όμως, για να εξασφαλίσει τις ποσότητες που χρειάζονται τα πτηνοτροφεία της Δυτικής Γαλλίας, έχει στραφεί στη διεθνή αγορά, στην οποία κυριαρχούν οι πάσης φύσεως ενδιάμεσοι, οι οποίοι δεν φημίζονται για τις καλές σχέσεις τους με τη διαφάνεια.

Στην αγορά της βιολογικής σόγιας υπάρχει ανταγωνισμός ανάμεσα στη σόγια που εισάγεται από την Ιταλία (και μπορεί να έχει παραχθεί στην Πολωνία ή στη Ρουμανία) και σε εκείνη που εισάγεται από τη Βραζιλία. Η τελευταία καλλιεργείται, αφενός από μικροκαλλιεργητές της ομόσπονδης πολιτείας του Παρανά, οι οποίοι εξαρτώνται από τις μεγάλες εξαγωγικές εταιρείες, αφετέρου, και κυρίως, στην πολιτεία του Μάτο Γκρόσο, όπου η έκταση των βιολογικών «φαζιέντας»1 μπορεί να ξεπερνάει τα 50.000 στρέμματα, ενώ οι ιδιοκτήτες τους απαγορεύουν την είσοδο των δημοσιογράφων στην επιχείρησή τους. Για την πιστοποίηση της βραζιλιάνικης βιολογικής σόγιας δεν απαιτείται καμία βεβαίωση -έστω κι ελάχιστα αξιόπιστη- η οποία να εγγυάται ότι αυτό το προϊόν δεν συμβάλλει στην καταστροφή.

Πολλοί μικρότεροι συνεταιρισμοί αποσύρονται από την καλλιέργεια πιστοποιημένων βιολογικών προϊόντων και τα παραδείγματα αυτού του είδους πολλαπλασιάζονται στην Κολομβία, στη Βολιβία, στη Βραζιλία, στην Ινδία, στην Ιταλία, στη Γαλλία... Σε ολόκληρο τον πλανήτη οργανώνεται η αντίσταση στις βιολογικές μπίζνες. Ολοένα περισσότεροι αγρότες, κοινότητες της υπαίθρου και μικροί συνεταιρισμοί παραγωγών υπερασπίζονται το μοντέλο μιας γεωργίας που υπηρετεί τα συμφέροντα του αγρότη και τους οικολογικούς τρόπους καλλιέργειας, με έμφαση στο ανθρώπινο μέγεθος των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, έτσι ώστε να προωθείται η προστασία της βιοποικιλότητας και της διατροφικής ασφάλειας. Πολλοί αρνούνται τις πιστοποιήσεις και καταφεύγουν σε συμμετοχικά συστήματα τα οποία στηρίζονται στις σχέσεις εμπιστοσύνης που αναπτύσσονται ανάμεσα στους παραγωγούς και στους καταναλωτές. Επιπλέον, δημιουργούνται δίκτυα υπεράσπισης των σπόρων που παράγουν οι αγρότες, με στόχο την αναγνώριση του δικαιώματος των αγροτών να παράγουν και να διαθέτουν στο εμπόριο τους δικούς τους σπόρους.

Η υιοθέτηση των κοινωνικών και των οικολογικών αξιών από το σύνολο των παραγωγών, των μεταποιητών και των καταναλωτών θα έχει καθοριστική σημασία για το μέλλον της βιολογικής γεωργίας. Θα μετατραπεί άραγε η βιολογική γεωργία σε έναν απλό τομέα της αγοράς ο οποίος θα εξυπηρετεί μονάχα τα συμφέροντα του οικονομικού φιλελευθερισμού; Ή μήπως θα μετατραπεί σε φορέα μιας εναλλακτικής λύσης απέναντι στον φιλελευθερισμό;

 

(ΣτΜ): Γιγάντια αγροκτήματα στη Βραζιλία, τα οποία ανήκουν σε μεγάλους γαιοκτήμονες.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στην διεύθυνση http://monde-diplomatique.gr/?p=2620

* Ο Philippe Baqué είναι δημοσιογράφος

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Σταθερά και αποφασιστικά

Η συμφωνία των Πρεσπών είναι ένας από τους λόγους που μπορεί κανείς να είναι περήφανος γι' αυτή την κυβέρνηση. Είναι μια συμφωνία που κλείνει πληγές δεκαετιών και τις εμποδίζει να κακοφορμίσουν σε...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο