Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η εργαλειοποίηση της εξωτερικής πολιτικής

Πρόωρες εκλογές στην Τουρκία

Της Βιβής Κεφαλά*

 

Στις 18 Απριλίου ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανακοίνωσε την ταυτόχρονη διεξαγωγή προεδρικών και βουλευτικών εκλογών στις 24 Ιουνίου, οι οποίες κανονικά έπρεπε να γίνουν στις 3 Νοεμβρίου 2019. Οι λόγοι τους οποίους επικαλέστηκε ο Τούρκος πρόεδρος για τη διενέργεια πρόωρων εκλογών ήταν οι εξελίξεις στη Συρία, καθώς και η ανάγκη να ληφθούν «σοβαρές αποφάσεις για την οικονομία». Ωστόσο, μόλις λίγες ημέρες πριν, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε απορρίψει το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.

Τίθεται, επομένως, το ερώτημα γιατί αυτοδιαψεύστηκε ο Τούρκος Πρόεδρος. Η απάντηση παραπέμπει στην αξεδιάλυτη σχέση ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική πολιτική, πεδία τα οποία αλληλοεπηρεάζονται και αλληλοτροφοδοτούνται.

Η εξωτερική πολιτική

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας από το 2002 -οπότε κατέκτησε την εξουσία το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ)- μέχρι σήμερα, απετέλεσε σημαντικό μοχλό ισχύος του κόμματος. Στην αρχή το ΑΚΡ χρησιμοποίησε τις διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την ενταξιακή πορεία της χώρας, οι οποίες προϋπέθεταν δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να πλήξει το κεμαλικό κατεστημένο και να αποφύγει ένα «μεταμοντέρνο πραξικόπημα» όπως αυτό του 1997.

Παράλληλα προσπάθησε να προωθήσει ένα νεο-οθωμανικό μοντέλο στις αραβικές χώρες, στο πλαίσιο του οποίου επιχείρησε να επιλύσει το Κουρδικό ζήτημα στην Τουρκία. Επίσης επιδίωξε την μετατροπή της Τουρκίας σε διεθνή ενεργειακό κόμβο και θέλησε να επιβάλει τις διεκδικήσεις της στην Κύπρο και στο Αιγαίο, σημείο στο οποίο το ΑΚΡ ακολούθησε την πάγια επεκτατική πολιτική των προκατόχων του.

Ωστόσο καμία από αυτές τις επιδιώξεις της Άγκυρας δεν επετεύχθη. Αντιθέτως, μετά τις αραβικές εξεγέρσεις του 2011 και τη μετατροπή της Συρίας σε πεδίο δοκιμών της νέας μεσανατολικής αρχιτεκτονικής, η Τουρκία βρέθηκε αντιμέτωπη με το εφιαλτικό ενδεχόμενο δημιουργίας ενός ακόμα ομόσπονδου κουρδικού κρατιδίου μετά από αυτό που είχε δημιουργηθεί στο Ιράκ.

Αδυνατώντας να σύρει τους νατοϊκούς της εταίρους σε μία ένοπλη επέμβαση στη Συρία, η Τουρκία στράφηκε προς την Ομοσπονδία της Ρωσίας, η οποία -παρά την κρίση του 2015- αποδέχθηκε ευχαρίστως την τουρκική πρόταση συνεργασίας. Είναι σαφές ότι αυτή η στροφή απετέλεσε μία ομολογία ήττας, την οποία όμως ο Τούρκος Πρόεδρος παρουσίασε ως επιλογή μιας ισχυρής και αδέσμευτης εξωτερικής πολιτικής.

Τέλος, η τουρκική εισβολή στον κουρδικό θύλακο του Αφρίν στη βόρεια Συρία, με πρόσχημα την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, εργαλειοποιήθηκε πολιτικά στο εσωτερικό της Τουρκίας τονώνοντας το προφίλ που επιχειρεί να αναδείξει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δηλαδή αυτό του προστάτη των εθνικών συμφερόντων, «πράγμα που δεν έκαναν αυτοί που υπέγραψαν τη Συνθήκη της Λωζάννης», όπως χαρακτηριστικά είχε δηλώσει αναφερόμενος στα «σύνορα της καρδιάς μας», δηλαδή στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Αυτή η έκρηξη εθνικισμού εκ μέρους του Τούρκου Προέδρου δεν αφορά βεβαίως μόνο το θυμικό του. Αντιθέτως αποτελεί μέρος μίας προσχεδιασμένης εκστρατείας, που στρέφεται εναντίον του κεμαλιστών, μια και την εν λόγω συνθήκη υπέγραψε ο Μουσταφά Κεμάλ το 1923. Παράλληλα στοχεύει στην ενδυνάμωση των εθνικιστικών ανακλαστικών των Τούρκων πολιτών, πράγμα το οποίο χρησιμοποιεί αφ' ενός για να συσπειρώσει την εκλογική του βάση και αφ' ετέρου για να νομιμοποιήσει την ιδεολογικώς παρά φύσιν συμμαχία μεταξύ του ισλαμικού ΑΚΡ και του Εθνικιστικού Κόμματος (MHP) του Ντεβλέτ Μπαχτσελί.

Η εσωτερική πολιτική

Η πολιτική μακροβιότητα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν οφείλεται σε πολλούς παράγοντες και ένας από τους σημαντικότερους είναι η οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας, η οποία από το χείλος της χρεοκοπίας το 2001 κατάφερε σε λίγα χρόνια να γίνει μέλος της ομάδας των 20 ταχύτερα αναπτυσσόμενων χωρών του κόσμου.

Η επιτυχία αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην τόνωση της εσωτερικής κατανάλωσης, η οποία επετεύχθη με τη χορήγηση δανείων, πράγμα που έγινε δυνατό χάρη στον κρατικό δανεισμό. Αυτό είχε αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας ισλαμικής αστικής τάξης, που στηρίζει τον Τούρκο Πρόεδρο αγνοώντας τον ασφυκτικό αυταρχισμό του, την ανελέητη δίωξη των πολιτικών του αντιπάλων αλλά και όσων τολμούν να ασκήσουν κριτική.

Όμως, όλα τα θαύματα είναι βραχύβια και το «οικονομικό θαύμα» της Τουρκίας δεν αποτελεί εξαίρεση: υπάρχει μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ο πληθωρισμός αυξάνεται, η αξία της τουρκικής λίρας μειώνεται έναντι του δολαρίου και του ευρώ, ο τουριστικός τομέας γνωρίζει σοβαρή κάμψη λόγω της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης, ενώ έχουν μειωθεί σημαντικά οι ξένες επενδύσεις στη χώρα εξ αιτίας της έντασης που έχει δημιουργήσει η εξωτερική πολιτική Ερντογάν στις σχέσεις Τουρκίας - Δύσης.

Αν και τα οικονομικά προβλήματα δεν έχουν γίνει ακόμα αισθητά, αυτό δεν είναι κάτι που θα αργήσει, πράγμα που γνωρίζει ο Τούρκος Πρόεδρος, όπως επίσης γνωρίζει ότι η «επιτυχία» στο Αφρίν θα τον φέρει αργά ή γρήγορα σε σύγκρουση με τη Ρωσία.

Κατά συνέπεια, όσο νωρίτερα γίνουν οι εκλογές τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να τις κερδίσει δεδομένου ότι καταλαμβάνει εξ απίνης τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι δεν έχουν τον απαιτούμενο χρόνο για τη σύμπηξη πολιτικών συμμαχιών, που θα τους επιτρέψουν να κερδίσουν το 10% των ψήφων σε εθνικό επίπεδο -ώστε να εισέλθουν στο κοινοβούλιο- αλλά και να αναδείξουν έναν υποψήφιο ικανό να συσπειρώσει και να αντιμετωπίσει τον απερχόμενο -πλέον- Πρόεδρο με πιθανότητες επιτυχίας.

Μάλιστα, πιέζοντας ακόμα περισσότερο τους αντιπάλους του, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν παρέτεινε για τρεις ακόμα μήνες την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που είχε επιβάλει στη χώρα μετά την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016.

Όπως προκύπτει, ο Τούρκος Πρόεδρος είχε κάθε λόγο να προκηρύξει πρόωρες εκλογές μια και αναμένει δυσμενείς εξελίξεις σε όλα τα μέτωπα, πράγμα που θα μπορούσε να του στοιχίσει την επανεκλογή του στο αξίωμα του Προέδρου. Αξίωμα το οποίο, μετά το αμφιλεγόμενο δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του συντάγματος τον περασμένο Απρίλιο του δίνει όχι μόνο τη δυνατότητα να διεκδικήσει άλλες δύο πενταετείς θητείες, αλλά και τόσο διευρυμένες αρμοδιότητες, ώστε καταργείται κάθε έννοια δημοκρατικού κοινοβουλευτικού ελέγχου.

 

* Η Βιβή Κεφαλά είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Το επόμενο βήμα

Θα ξημερώσει μια άλλη μέρα στις 21 Αυγούστου για την Ελλάδα; Για την καθημερινότητα του καθενός από μας η πρώτη απάντηση είναι όχι. Ούτε θα βρει κάθε άνεργος δουλειά, ούτε θα πάψουμε να μετράμε αν...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο