Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ποιος φοβάται τα δεδομένα;

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των δημιουργών εφαρμογών διαμεσολάβησης για υπηρεσίες μεταφορών -διάβαζε Uber και λοιπά σχετικά apps- είναι ότι οι πλατφόρμες αυτές λειτουργούν, εκτός των άλλων, και ως ένα δίκτυο αξιολόγησης των προσφερόμενων υπηρεσιών όπως και των επαγγελματιών που είναι υπεύθυνοι για αυτές. Με άλλα λόγια, η μετακίνηση με ταξί και η σχέση επιβάτη-ιδιώτη μεταφορέα παύει να αποτελεί μια "απρόσωπη" επαγγελματική δραστηριότητα περιορισμένης ατομικής ευθύνης και ανάγεται σε μια διαδικασία συνεχούς, δημόσιας αξιολόγησης των ενασχολούμενων με αυτή. Όλοι οι καταχωρημένοι οδηγοί στις online εφαρμογές βαθμολογούνται από τους πελάτες-χρήστες με βάση τον βαθμό ικανοποίησής τους, κάτι που αυξάνει τον θεμιτό ανταγωνισμό και βελτιώνει τις προσφερόμενες υπηρεσίες, προάγοντας γενικότερα τον κλάδο.

Ουσιαστικά, η ευρύτερη κοινότητα συστηματικών ή κατά περίσταση χρηστών ταξί δημιουργεί με τις αξιολογήσεις της μια βάση δεδομένων. Αυτή λειτουργεί έπειτα ως σημείο αναφοράς στη διαδικασία επιλογής των σχετικών υπηρεσιών και η συνεχής διάδραση δημιουργεί μια “αυτόνομη” δυναμική που διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό καταναλωτικές συνήθειες και μελλοντικές τάσεις. Πραγματικά, μία από τις μεγαλύτερες και πλέον ρηξικέλευθες αλλαγές που έχει επιφέρει το Διαδίκτυο στις ρουτίνες της καθημερινότητάς μας είναι ακριβώς αυτή η δυνατότητα αξιολόγησης των προσφερόμενων αγαθών και υπηρεσιών με έναν τρόπο άμεσο και μαζικό.

Όμως τι γίνεται στην περίπτωση που η αξιολόγηση αποδυναμώνεται από υπόνοιες για “γκρίζες ζώνες”; Ποιος μπορεί να εξασφαλίσει το αδιάβλητο και την αντικειμενικότητα των βαθμολογήσεων; Υπάρχει άραγε κάποια δεοντολογία που καθορίζει τον τρόπο αξιολόγησης; Και τι συμβαίνει όταν ένας επαγγελματίας δεν θέλει να αξιολογείται από το online κοινό; Όταν θεωρεί πως η επαγγελματική κατάρτισή του ή επιστημονική επάρκειά του δεν μπορούν να κριθούν από ανώνυμους στο Διαδίκτυο, ακόμα κι αν είχαν άμεση εμπειρία των υπηρεσιών του; Είναι αποδεκτό κάτι τέτοιο; Κυρίως, όμως, έχει δικαίωμα να ζητά την εξαίρεσή του; Τουλάχιστον στη Γερμανία, οι αρχές έκριναν πως αυτό είναι επιτρεπτό και νόμιμο επίσης.

Δικαίωμα στην άρνηση

Η υπόθεση έχει μια σχετική προϊστορία, καθώς οι απαρχές της ανάγονται στο 2014. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η “θιγόμενη” έφτασε μέχρι το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο το οποίο και τη δικαίωσε. Τώρα, όλοι μιλούν για δεδικασμένο που θα αλλάξει τα δεδομένα στον τρόπο της online αξιολόγησης διαφόρων κατηγοριών επαγγελματιών. Το Δικαστήριο διέταξε τους διαχειριστές ενός ιατρικού πόρταλ να διαγράψουν όλες τις πληροφορίες που αφορούσαν μία γιατρό, οι οποίες, σύμφωνα με την ετυμηγορία, αναρτήθηκαν παρά τη θέλησή της. Σημειωτέον ότι η απόφαση είναι αντίθετη ανάλογης που είχε εκδώσει το ίδιο δικαστήριο πριν τέσσερα χρόνια, όταν είχε εξετάσει παρόμοια υπόθεση.

Μια δερματολόγος από την Κολωνία υπέβαλε καταγγελία κατά των διαχειριστών του ιατρικού πόρταλ Jameda.de, αφού προηγουμένως έλαβε χαμηλές βαθμολογίες αξιολόγησης από τους χρήστες της. Η γιατρός κατήγγειλε πως παραβιάστηκε το δικαίωμά της στην προσωπική ζωή και πως οι εμπορικές πρακτικές των διαχειριστών του ιστότοπου είναι “άδικες”. Το Jameda.de είναι μια βάση δεδομένων για σχεδόν 275.000 ιδιώτες γιατρούς στη Γερμανία, οι οποίοι “αξιολογούνται” με μια κλίμακα από το ένα ώς το έξι με βάση τον βαθμό ικανοποίησης των ασθενών τους, που παραμένουν βεβαίως ανώνυμοι.

Το σκεπτικό της απόφασης εγείρει ένα ζήτημα το οποίο ενδέχεται να δημιουργήσει προηγούμενο στον τρόπο λειτουργίας ανάλογων sites, τουλάχιστον στη Γερμανία. Κι αυτό διότι οι δικαστές έκριναν πως ο ιατρικός ιστότοπος “απέτυχε να τηρήσει την αναγκαία ουδετερότητα” όσον αφορά τις αξιολογήσεις των χρηστών του για τη συγκεκριμένη δερματολόγο. Όπως αναφέρθηκε στην ακροαματική διαδικασία, το Jameda προσφέρει “ειδικά οφέλη” στους γιατρούς που διαφημίζονται σ’ αυτό, μια πρακτική που οι συνήγοροι της ενάγουσας χαρακτήρισαν ως “προστασία του καταναγκαστικού χρήματος”. Υπ’ όψιν, ότι οι γιατροί που διαφημίζονται στο site έχουν σελίδες στις οποίες δεν υπάρχουν links που να παραπέμπουν σε ανταγωνιστές-συναδέλφους τους.

“Είμαστε πολύ χαρούμενοι, πετύχαμε τον στόχο μας. Πρέπει να κάνουμε διάκριση μεταξύ των κλασικών, ουδέτερων ιστοσελίδων σύγκρισης και αξιολόγησης, οι οποίες δεν προσφέρουν οφέλη στους ανθρώπους που προβάλλονται επαγγελματικά σε αυτές, και σε πόρταλ όπως το Jameda, που πωλούν διαφήμιση στους γιατρούς και υπονομεύουν την αξία της διαφάνειας” δήλωσε η Άνια Βίλκατ, μία από τις δικηγόρους της δερματολόγου. Εκπρόσωπος της εταιρείας διαχείρισης δήλωσε στην Deutsche Welle ότι θα συμμορφωθεί με τη δικαστική απόφαση και θα τροποποιήσει αναλόγως την ηλεκτρονική παρουσίαση των γιατρών στο site.

Βαθμολογητές και βαθμολογούμενοι

Την ετυμηγορία του Ανώτατου Δικαστηρίου χαιρέτισε και η ιατρική κοινότητα της Γερμανίας. Πολλοί γιατροί άλλωστε διαφωνούν με την ιδέα να “βαθμολογούνται” online από τους ασθενείς τους, θεωρώντας ότι ουσιαστικά αξιολογούνται από ανθρώπους που εκ των πραγμάτων δεν διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις ώστε να μπορούν να κρίνουν τεκμηριωμένα την ποιότητα των προσφερόμενων ιατρικών υπηρεσιών. Επίσης, διατυπώνονται σαφείς και έντονες ενστάσεις για το γεγονός ότι οι ασθενείς έχουν τη δυνατότητα να αξιολογούν ανώνυμα τους γιατρούς οι οποίοι τους κουράρουν. Η ιατρική κοινότητα αφήνει να εννοηθεί ότι οι οποίες απόψεις και ανησυχίες των ασθενών για τους γιατρούς τους θα πρέπει να διατυπώνονται επωνύμως και όχι μέσω ιστότοπων οι διαχειριστές των οποίων αρνούνται να αποκαλύψουν ποιοι είναι οι “βαθμολογητές” τους ακόμα και ενώπιον δικαστηρίων.

Η Βίλκατ εξέφρασε την ελπίδα ότι η τελευταία ετυμηγορία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα δημιουργήσει δεδικασμένο. “Ουσιαστικά, όλοι οι γιατροί θα μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν την ίδια επιχειρηματολογία για να απαιτήσουν τη διαγραφή των πληροφοριών τους που είναι αναρτημένες στο site. Τα επιχειρήματά μας δεν βασίστηκαν σε κάτι συγκεκριμένο όσον αφορά ατομικά την πελάτη μας” δήλωσε.

Πάντως, δεν συμμερίζονται όλοι αυτή την αισιοδοξία ούτε είναι έτοιμοι να χαρακτηρίσουν τη δικαστική απόφαση ως ορόσημο στο ζήτημα της διαχείρισης και προβολής προσωπικών πληροφοριών στο Διαδίκτυο. Πολλοί λένε ότι η ετυμηγορία των δικαστών έχει να κάνει περισσότερο με τον περιορισμό των επιπτώσεων της πληρωμένης διαφήμισης σε υποτιθέμενες ουδέτερες πλατφόρμες και πολύ λιγότερο με τα δικαιώματα των γιατρών όσον αφορά την προβολή και αξιολόγηση της επαγγελματικής ή επιστημονικής επάρκειά τους.

Ο ειδικός σε θέματα προσωπικού απορρήτου δικηγόρος Στέφεν Χεν επισήμανε το γεγονός ότι στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ρητά ότι η ετυμηγορία του 2014 εξακολουθεί να ισχύει. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κρίνει τότε πως “για λόγους ελευθερίας της έκφρασης και ελευθερίας της πληροφόρησης, οι αξιολογούμενοι γιατροί όφειλαν να συμβιβαστούν με την πρακτική της καταχώρησής τους στις σχετικές διαδικτυακές πλατφόρμες παρά τη θέλησή τους”. Ο Χεν διευκρινίζει πως η παρούσα υπόθεση κρίθηκε με βάση το γεγονός ότι οι γιατροί που πληρώνουν για προβολή στο site και εκείνοι που δεν πληρώνουν αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο. Προσμέτρησε επίσης το ότι δεν γίνεται επαρκώς σαφές στους χρήστες και επισκέπτες του ιστότοπου ότι κάποιοι γιατροί πληρώνουν για να έχουν καλύτερες παρουσιάσεις.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ποιον κοροϊδεύουν;

Η Νέα Δημοκρατία και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. σύρθηκαν εχθές στην υπερψήφιση της τροπολογίας που ανοίγει τον δρόμο για την αύξηση του κατώτατου μισθού. Το έκαναν επειδή ήξεραν ότι, αν καταψήφιζαν, θα είχαν...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο