Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το φάντασμα του Χάιντερ πλανάται πάνω από την Αυστρία

Ο εθνικιστής Στράχε φέρεται να εμφανίζεται σίγουρος ότι θα σημάνει τώρα η δική του ώρα και θα επιτύχει την πολυπόθητη από τον ίδιο εδώ και χρόνια άνοδό του στην εξουσία με ένα νέο δεξιό-ακροδεξιό κυβερνητικό σχήμα Λαϊκού Κόμματος και Ελευθέρων

Το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού στην Αυστρία ανάμεσα στο συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα του υπουργού Εξωτερικών Σεμπάστιαν Κουρτς και του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων του Χάιντς - Κρίστιαν Στράχε, μετά τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές της ερχόμενης Κυριακής, φέρνει στη μνήμη εκείνη την 4η Φεβρουαρίου του 2000 που έμελλε να σημαδέψει για αρκετά χρόνια την πολιτική ζωή της Αυστρίας.

Ήταν εκείνη η ημέρα που, μέσα σε ένα κλίμα εσωτερικής αναταραχής και διεθνούς κατακραυγής, ορκιζόταν η πλέον αμφιλεγόμενη μεταπολεμικά κυβέρνηση της χώρα κι αυτό γιατί, για πρώτη φορά στην Ιστορία της Αυστρίας, συμμετείχε σε κυβέρνησή της ένα ακροδεξιάς και εθνικιστικής απόκλισης κόμμα, το Κόμμα των Ελευθέρων, κάτι που αποτελούσε τότε «καινοτομία» στην Ευρώπη μια και ήταν, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, το πρώτο κόμμα με τέτοια πολιτική που ανέβαινε σε κυβέρνηση.

Το γεγονός αυτό έφερε την Αυστρία επανειλημμένα στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος αλλά και εντονότατης κριτικής, η οποία συνοδεύτηκε τότε από πολύμηνης διάρκειας μέτρα πολιτικής και διπλωματικής απομόνωσης της κυβέρνησής της.

Στα δύο πρώτα χρόνια από την 4η Φεβρουαρίου του 2000, η χώρα, η οποία μέχρι τότε λειτουργούσε ως πρότυπο στην Ευρώπη σε πολλούς τομείς, δέχθηκε πλήγματα στην αίγλη και στο κύρος που διέθετε τις προηγούμενες δεκαετίες στο εξωτερικό.

Στο ίδιο το εσωτερικό της, η Αυστρία γνώρισε ίσως τις εντονότερες πολιτικές αντιπαραθέσεις μετά το 1945, τις απόπειρες εγκατάστασης ενός αυταρχικού κράτους, την αμφισβήτηση της ελεύθερης έκφρασης της γνώμης, την απειλή της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και των μέσων ενημέρωσης, αλλά συγχρόνως και την επαναπολιτικοποίηση των πολιτών της. Ακόμη, στο διάστημα αυτό αμφισβητήθηκε, και στη συνέχεια άρχισε η αποδόμηση, του για αρκετές δεκαετίες, υποδειγματικού στην Ευρώπη, "αυστριακού κράτους πρόνοιας".

"Δίσεκτη" διετία

Αυτή η σίγουρα "δίσεκτη" διετία για την Αυστρία άρχιζε λίγες ημέρες νωρίτερα, στα μέσα Ιανουαρίου 2000, με τις σαφείς πλέον ενδείξεις για τις ήδη αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές της 3ης Οκτωβρίου 1999, διεξαγόμενες μυστικές διαπραγματεύσεις σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού ανάμεσα στο συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα και το Κόμμα των Ελευθέρων, που στις εκλογές είχαν αναδειχθεί σε τρίτη και δεύτερη δύναμη αντίστοιχα. Το Λαϊκό Κόμμα, λόγω των υπερβολικών απαιτήσεών του (κατ’ άλλους εκβιασμών του) είχε οδηγήσει νωρίτερα σε ναυάγιο τις σχετικές διαπραγματεύσεις με το πρώτο σε δύναμη κόμμα, το Σοσιαλδημοκρατικό, με το οποίο σχημάτιζαν κυβέρνηση τα προηγούμενα δεκατρία χρόνια.

Οι έντονες προειδοποιήσεις των κυβερνήσεων των άλλων, τότε 14, πρωτευουσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης πως σε περίπτωση συμμετοχής των Ελευθέρων σε αυστριακή κυβέρνηση θα επέβαλαν μέτρα εναντίον της, δεν απέτρεψαν τον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος -και υπουργό Εξωτερικών στην προηγούμενη κυβέρνηση με τους Σοσιαλδημοκράτες- και κατόπιν καγκελάριο Βόλφγκανγκ Σιούσελ να προχωρήσει σε κυβερνητική συμφωνία με τον ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο αρχηγό των Ελευθέρων, τον διαβόητο για τον λαϊκισμό και τη δημαγωγία του Γεργκ Χάιντερ.

Στις 4 Φεβρουαρίου 2000, ο τότε πρόεδρος της Αυστρίας Τόμας Κλέστιλ προχωρούσε -"ενάντια στις προσωπικές πεποιθήσεις" του, όπως δήλωνε δημόσια ο ίδιος γνωρίζοντας τις διεθνείς επιπτώσεις- στην ορκωμοσία ενός δεξιού-ακροδεξιού κυβερνητικού συνασπισμού, ορκωμοσία που συνοδευόταν από πρωτοφανείς σε έκταση και δυναμικότητα διαδηλώσεις πολλών χιλιάδων Αυστριακών πολιτών, μπροστά στα κτήρια της Προεδρίας της Δημοκρατίας και της καγκελαρίας. Αυτή η αντίθεση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού κορυφώθηκε με το τεράστιο Συλλαλητήριο της Αντίστασης που πραγματοποιήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2000 στην Πλατεία των Ηρώων με την πρωτοφανή, για αυστριακά δεδομένα, συμμετοχή 250.000 και πλέον ατόμων, ανάμεσά τους δεκάδες διεθνείς προσωπικότητες της πολιτικής, των γραμμάτων και των τεχνών.

Στο πλαίσιο της κοινής διαπίστωσης, ότι τα μέτρα απομόνωσης της αμφιλεγόμενης κυβέρνησης της Βιέννης ευνοούν και ενισχύουν την ίδια, οι κυβερνήσεις των άλλων 14 κοινοτικών εταίρων και η πορτογαλική προεδρία της Ε.Ε. έδιναν τέλη του Ιουνίου 2000 εντολή στην αποκαλούμενη "Επιτροπή των τριών σοφών" να εξετάσει τις πολιτικές εξελίξεις στην Αυστρία και τη φύση του Κόμματος των Ελευθέρων. Στη βάση του πορίσματος των "τριών σοφών", που, δεν έβρισκε μεν ψεγάδια στο κυβερνητικό έργο, προειδοποιούσε όμως για τους Ελευθέρους ζητώντας συνεχή επαγρύπνηση απέναντί τους, οι 14 προχώρησαν στις 12 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς στην άρση των μέτρων απομόνωσης της αυστριακής κυβέρνησης.

Με την άρση των μέτρων, ο δεξιός - ακροδεξιός συνασπισμός της Βιέννης βρέθηκε για πρώτη φορά και χωρίς προσχήματα πλέον αντιμέτωπος με την πολιτική καθημερινότητα, αναγκασμένος να επιδείξει πλέον έργο, μετά οκτώ και πλέον μήνες ενασχόλησης με τον εαυτό του.

Αλλεπάλληλες ήττες

Για τους Ελευθέρους του Χάιντερ -ο οποίος, εξαιτίας της διεθνούς κατακραυγής αλλά και στο πλαίσιο της τακτικής του, είχε παραιτηθεί τυπικά από την αρχηγία τους το Μάιο 2000, παραμένοντας όμως πάντα ο σκιώδης ηγέτης τους - τα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι την απομάκρυνσή τους από την εξουσία στο τέλος του 2006, κυριαρχήθηκαν από αλλεπάλληλα πλήγματα και ήττες. Εκλογικές ήττες του Κόμματος των Ελευθέρων σε τοπικές εκλογές και στα εννέα ομόσπονδα κρατίδια της Αυστρίας, αλλά και η κορύφωση στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 2002, στις οποίες έχασαν σχεδόν τα δύο τρίτα της δύναμής τους σε σχέση με τον θρίαμβό τους τον Οκτώβριο του 1999 -πέφτοντας από το 27% στο 10%- έφεραν τις μεγαλύτερες απώλειές του από την ανάληψη της αρχηγίας του από τον Χάιντερ τον Σεπτέμβριο του 1986.

Παρ’ όλα αυτά, ο καγκελάριος Βόλφγκανγκ Σιούσελ ανανέωσε τον Φεβρουάριο του 2003 τη συνεργασία του με τον Χάιντερ και τους Ελευθέρους του, σε ένα δεύτερο δεξιό - ακροδεξιό κυβερνητικό σχήμα, το οποίο παρέμεινε στην εξουσία μέχρι τις εκλογές του Οκτωβρίου 2006.

Ενδιάμεσα, και συγκεκριμένα τον Απρίλιο 2005, ο Χάιντερ είχε διασπάσει τους Ελευθέρους του, ιδρύοντας τον Συνασπισμό Μέλλον της Αυστρίας, που παρέμεινε στην κυβέρνηση Σιούσελ, και του οποίου ο Χάιντερ ηγείτο μέχρι τον θάνατό του σε αυτοκινητικό δυστύχημα στις 11 Οκτωβρίου 2008.

Από τον Ιανουάριο του 2007, τη διακυβέρνηση στην Αυστρία ανέλαβε πάλι ένας "μεγάλος συνασπισμός" Σοσιαλδημοκρατών και Λαϊκού Κόμματος, που, έπειτα από πρόωρες εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2008, ανανεώθηκε, για να συνεχιστεί και μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2013 και να βρίσκεται μέχρι σήμερα στην εξουσία.

Επιστρέφουν...

Σε αυτές τις τελευταίες εκλογές του 2013, το Κόμμα των Ελευθέρων με τον νέο ηγέτη του -από τη διάσπαση του 2005 και μετά-, τον, για πολλούς ακόμη πιο ακραίο από τον Χάιντερ, Χάιντς Κρίστιαν Στράχε, απέσπασε και πάλι ένα αξιοπρόσεκτο ποσοστό 20,5% και βρέθηκε στην τρίτη θέση, ηγούμενο σήμερα της αυστριακής αντιπολίτευσης.

Ο Στράχε, του οποίου το κόμμα σε πολλές δημοσκοπήσεις για τις εκλογές της Κυριακής βρίσκεται στη δεύτερη θέση μετά το Λαϊκό Κόμμα του Σεμπάστιαν Κουρτς, αλλά μπροστά από τους Σοσιαλδημοκράτες, φέρεται να εμφανίζεται σίγουρος ότι θα σημάνει τώρα η δική του ώρα και θα επιτύχει την πολυπόθητη από τον ίδιο εδώ και χρόνια, άνοδό του στην εξουσία με ένα νέο δεξιό-ακροδεξιό κυβερνητικό σχήμα Λαϊκού Κόμματος και Ελευθέρων.

(ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Δείτε όλα τα σχόλια