Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το F-35 βομβαρδίζει τους Αμερικανούς φορολογούμενους

Το πρακτορείο Bloomberg αποκάλυψε στις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας ότι η "αγορά του αιώνα" για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα στοιχίσει τελικά ακόμη περισσότερο. Για την ακρίβεια, 27 δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα. Το αποτέλεσμα είναι ο συνολικός προϋπολογισμός του πακέτου αγοράς των μαχητικών αεροσκαφών F-35 να αγγίζει πλέον το δυσθεώρητο ύψος των 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων

Κατά την προεκλογική του καμπάνια, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει πόσο "ακριβό" ήταν το Obamacare. Η Αμερική του Τραμπ μπορεί να μην έχει τα περιθώρια να πληρώνει για ένα αξιοπρεπές σύστημα κοινωνικής περίθαλψης, αλλά κάποιες προτεραιότητες παραμένουν σταθερές - ακόμη κι αν διαψεύδουν τις προεκλογικές υποσχέσεις του επιχειρηματία - Προέδρου για καλύτερα "deals" με τις βιομηχανίες όπλων.

Το πρακτορείο Bloomberg αποκάλυψε στις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας ότι η "αγορά του αιώνα" για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα στοιχίσει τελικά ακόμη περισσότερο. Για την ακρίβεια, 27 δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα. Το αποτέλεσμα είναι ο συνολικός προϋπολογισμός του πακέτου αγοράς των μαχητικών αεροσκαφών F-35 να αγγίζει πλέον το δυσθεώρητο ύψος των 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Είκοσι χρόνια αφότου το Πεντάγωνο άρχισε να παίρνει προσφορές από την πολεμική βιομηχανία, το F-35, το πιο δαπανηρό μαχητικό που έχει ποτέ κατασκευαστεί, είναι έτοιμο για παράδοση. Το Σώμα Πεζοναυτών αναμένεται να αναπτύξει σύντομα τα πρώτα 16 αεροσκάφη στη βάση Ιβακούνι της Ιαπωνίας, στην πάντοτε ευαίσθητη ζώνη του Ειρηνικού, που το τελευταίο διάστημα γίνεται όλο και πιο "θερμή" εξαιτίας της κορεατικής κρίσης.

Η αγορά των F-35 έχει συνοδευτεί από πολύχρονες καθυστερήσεις, αλλεπάλληλα τεχνικά προβλήματα και -πάνω από όλα- από διαρκείς ανατιμολογήσεις από την κατασκευάστρια Lockheed Martin. Ακόμη και στο "μακρινό" 2001, το κόστος του προγράμματος είχε θεωρηθεί αστρονομικό, με τις αρχικές εκτιμήσεις να το προσδιορίζουν τότε στα 233 δισεκατομμύρια δολάρια.

Με τους τελευταίους υπολογισμούς, το κόστος σχεδόν διπλασιάζεται. Και μάλλον δεν πρόκειται για τον τελικό λογαριασμό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του αμερικανικού περιοδικού "Wired", κάθε μαχητικό αεροσκάφος θα κοστίζει 135 εκατομμύρια δολάρια και κάθε κάσκα πιλότου 400.000 δολάρια. Έτσι, το τελικό κόστος του προγράμματος αναμένεται να ξεπεράσει τα 1,1 τρισεκατομμύρια δολάρια. Πώς να περισσέψουν λεφτά για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη;

Ποιος θυμάται το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα;

Μισό αιώνα μετά την αποχαιρετιστήρια ομιλία του Ντουάιτ Αιζενχάουερ προς τον αμερικανικό λαό, το "στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα" για τους κινδύνους του οποίου προειδοποιούσε, είναι περισσότερο ισχυρό παρά ποτέ. Και η περίπτωση του F-35 είναι ενδεικτική.

Οι προσπάθειες των αμερικανικών κυβερνήσεων να ρίξουν το κόστος ήταν σχεδόν κωμικές. Το περσινό καλοκαίρι, η Lockheed Martin ανακοίνωσε με τυμπανοκρουσίες ότι θα εξοικονομούσε 1 δισεκατομμύριο δολάρια. Πριν καλά - καλά περάσει ένας μήνας, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε και αυτό ότι επρόκειτο να δώσει στην εταιρεία επιπλέον 1 δισεκατομμύριο, εξανεμίζοντας έτσι το όφελος για τους φορολογούμενους.

Το πρόγραμμα για την αγορά των F-35 είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο με το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα για το οποίο μιλούσε ο Αιζενχάουερ, ώστε κάθε προσπάθεια ακόμη και για στοιχειώδη έλεγχό του να αποδεικνύεται μάταιη.

Δεν είναι μόνο ότι εκτός από τη Lockheed Martin συμμετέχουν και άλλοι κολοσσοί της αεροπορικής βιομηχανίας, όπως η Pratt & Whitney και η Northrup Grumman. Υπάρχει επίσης ένα δίκτυο 1.300 προμηθευτών που συνδέονται με τα ηλεκτρονικά συστήματα του αεροσκάφους, ενώ, σύμφωνα με το Bloomberg, περισσότεροι από 130.000 άτομα σε 45 αμερικανικές πολιτείες εργάζονται σήμερα με κάποιον τρόπο για την ολοκλήρωση του έργου. Αμυντικά προγράμματα όπως αυτό για την κατασκευή και αγορά του F-35 αποτελούν σήμερα οργανικό κομμάτι της αμερικανικής οικονομίας.

Οι εκπρόσωποι της αμυντικής βιομηχανίας έβρισκαν πάντοτε θέση στις αμερικανικές κυβερνήσεις. Η κυβέρνηση όμως του δισεκατομμυριούχου Ντόναλντ Τραμπ δεν κρατά ούτε τα προσχήματα. Ποτέ άλλοτε ένα υπουργικό συμβούλιο δεν διέθετε τόσους πρώην στρατιωτικούς με στενές σχέσεις με τις βιομηχανίες όπλων. Ο ιστότοπος Intercept τους υπολόγισε σε 15.

Και φυσικά, από το κυβερνητικό σχήμα δεν απουσιάζουν και οι ίδιοι οι βιομήχανοι. Υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ είναι σήμερα ο Πάτρικ Σάναχαν, πρώην διευθυντικό στέλεχος της Boeing. Όσο εργαζόταν εκεί, ο Σάναχαν φρόντισε να εφοδιάσει τον αμερικανικό στρατό με -υπερτιμολογημένα- οπλικά συστήματα, όπως τα ελικόπτερα Απάτσι και Σινούκ.

Είναι καλό να μη σκέφτεται κανείς σε τι είδους αποφάσεις θα μπορούσε να οδηγήσει τον Πρόεδρο των ΗΠΑ η άμεση εξάρτηση από τη συγκεκριμένη βιομηχανία. Ιδίως σε καιρούς έντονης διεθνούς ρευστότητας και βαθιάς πολιτικής κρίσης στην Ουάσιγκτον, με τον Τραμπ να μοιάζει όλο και πιο ανήμπορος να αποδράσει από το σκάνδαλο των προεκλογικών επαφών συνεργατών του με Ρώσους αξιωματούχους.

Οι σύμβουλοι της Blackwater

Και όλα αυτά δεν είναι απλές υποθέσεις. Μια ιδιαίτερα ανησυχητική είδηση είδε το φως της δημοσιότητας την προηγούμενη εβδομάδα στις ΗΠΑ, χωρίς να λάβει την προσοχή που της αξίζει, εξαιτίας των συνεχιζόμενων αποκαλύψεων για το Kremlingate.

Με βάση το δημοσίευμα της εφημερίδας "New York Times", ο υπεύθυνος στρατηγικής του Λευκού Οίκου Στιβ Μπάνον και ο σύμβουλος του Αμερικανού Προέδρου Τζάρεντ Κούσνερ "στρατολόγησαν" δύο στελέχη της πολεμικής βιομηχανίας που κερδοσκοπούν τα τελευταία χρόνια από τη συνεχή αιματοχυσία στη Μέση Ανατολή για "να σχεδιάσουν εναλλακτικές στρατηγικές στο σχέδιο του Πενταγώνου να στείλει επιπρόσθετα στρατεύματα στο Αφγανιστάν", όπου ο πόλεμος συνεχίζεται εδώ και 16 χρόνια.

Πρόκειται για τον Έρικ Πρινς, ιδρυτή της διαβόητης για τη δράση της στο Ιράκ, ιδιωτικής εταιρείας ασφαλείας Blackwater -και αδελφό της σημερινής υπουργού Παιδείας Μπέτσι Ντεβός- και τον Στίβεν Φάινμπεργκ, τον δισεκατομμυριούχο ιδιοκτήτη της DynCorp International.

Για να κατανοήσει κανείς τις αντιλήψεις και τις προθέσεις των δύο "εργολάβων του πολέμου", σημειώνεται ότι ο Πρινς πρότεινε τον προηγούμενο μήνα με άρθρο του στην εφημερίδα "Wall Street Journal" τον διορισμό ενός "Αμερικανού αντιβασιλέα" στο Αφγανιστάν και την επέκταση της χρησιμοποίησης ιδιωτικών στρατών μισθοφόρων όπως ήταν η Blackwater, που σήμερα έχει μετονομαστεί σε Academi.

Όπως σημειώνει ο Πρινς, η "προσέγγιση του αντιβασιλέα" θα μείωνε αισθητά το κόστος για τον αμερικανικό στρατό. Όλα αυτά θυμίζουν αρκετά τη διαβόητη Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, που λεηλατούσε για έναν αιώνα την ινδική χερσόνησο. Και κάπως έτσι ο κλασικός ιμπεριαλισμός εκσυγχρονίζεται, ζευγαρώνοντας με την ιδιωτικοποίηση του πολέμου. Πάντοτε προς όφελος των φορολογουμένων.

 

Δείτε όλα τα σχόλια