Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το χρυσό διαβατήριο

Αμερικανικός καπιταλισμός: Όταν η συσσώρευση πλούτου έγινε επιστήμη.

Ο γάμος του γοήτρου του Χάρβαρντ με την "εξευγενισμένη διανόηση", με σκοπό την απροκάλυπτη δημιουργία πλούτου, απέδωσε έναν θεσμό που όχι μόνον διδάσκει τα θεμελιώδη της επιχειρηματικής κατάρτισης, αλλά παρέχει επίσης στους προσεχώς πλούσιους αποφοίτους του “αξεπέραστες ευκαιρίες”. Έχει γίνει το ίδιο “μια μηχανή που κόβει χρήμα”...

Όταν ιδρύθηκε το 1908, η σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ -το πρώτο εξ ολοκλήρου μεταπτυχιακού επιπέδου πρόγραμμα ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ στο συγκεκριμένο αντικείμενο- είχε χαρακτηριστεί από τον Άμποτ Λόρενς Λόουελ, τον μετέπειτα πρύτανη του περιώνυμου πανεπιστημίου, ως “ένα σπουδαίο πλην λεπτεπίλεπτο πείραμα”.

Σήμερα η σχολή είναι αναμφισβήτητα μεγάλη και σπουδαία, ωστόσο ελάχιστα “λεπτεπίλεπτη”, πόσο μάλλον ένα “πείραμα”. Πέρυσι δέχθηκε μόλις το 12% των περίπου 10.000 υποψηφίων απ’ όλο τον κόσμο που υπέβαλαν αίτηση εγγραφής κι απ' από αυτούς το 90% εγγράφηκαν, πράγμα που σημαίνει ότι το Χάρβαρντ αποτελεί συντριπτικά την πρώτη επιλογή μεταξύ όσων ενδιαφέρονται για το αντικείμενο της διοίκησης επιχειρήσεων, παρά τις κατά καιρούς βαθμολογίες που κατατάσσουν τη σχολή του πίσω από τις ανάλογες άλλων υψηλού κύρους αμερικανικών πανεπιστημίων, όπως του Στάνφορντ ή του Γέιλ.

Υπάρχουν σήμερα περισσότεροι από 76.000 εν ζωή απόφοιτοι της σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Χάρβαρντ, εκ των οποίων το 38% ζουν εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών σχηματίζοντας αυτό που πιθανώς αποτελεί το πιο ισχυρό δίκτυο αποφοίτων οποιουδήποτε πανεπιστημιακού ιδρύματος στον κόσμο.

Ο γάμος του γοήτρου του Χάρβαρντ με την "εξευγενισμένη διανόηση", με σκοπό την απροκάλυπτη δημιουργία πλούτου, απέδωσε έναν θεσμό που όχι μόνον διδάσκει τα θεμελιώδη της επιχειρηματικής κατάρτισης, αλλά παρέχει επίσης στους προσεχώς πλούσιους αποφοίτους του “αξεπέραστες ευκαιρίες”. Έχει γίνει το ίδιο “μια μηχανή που κόβει χρήμα”...

Κάπως έτσι θέτει συνοπτικά τα πράγματα ο βραβευμένος Καναδο-αμερικανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Νταφ Μακ Ντόναλντ στην ενδελεχή έρευνά του για την ιστορία και την επιρροή της σχολής συμπυκνώνοντας τα ευρήματά του σε ένα προσφάτως εκδοθέν βιβλίο -από τον οίκο HarperCollins- με τίτλο “Το Χρυσό Διαβατήριο, τα όρια του καπιταλισμού και η ηθική κατάρρευση της ελίτ των αποφοίτων”.

 

Ιδεολογικό υπόβαθρο

Ο Μακ Ντόναλντ -όπως γράφει στην βιβλιοκριτική του στους “New York Times” ο Τζέιμς Στιούαρτ- είναι αποφασισμένος να καλέσει σε λογοδοσία το Χάρβαρντ επικαλούμενος το ιδρυτικό δόγμα του, που αναφέρει ότι σκοπός της σχολής “είναι να αναπτύξει ένα υψηλό αίσθημα ευθύνης μεταξύ των επιχειρηματιών ώστε να χειριστούν τα τρέχοντα επιχειρηματικά προβλήματά τους με κοινωνικά εποικοδομητικούς τρόπους”.

Υπό το πρίσμα αυτό, η κριτική του δημοσιογράφου γίνεται ιδιαίτερα καυστική: το Χάρβαρντ, γράφει, έχει αποδειχθεί όχι μόνον “μια τεράστια επιτυχία”, αλλά ακριβώς αυτή η επιτυχία του είναι που το κάνει “θετικώς επικίνδυνο”.

Το Χάρβαρντ υποστηρίζει ο συγγραφέας παρείχε το ιδεολογικό υπόβαθρο για την “υποκινούμενη” μανία εξαγορών της δεκαετίας του 1980, για τα εταιρικά σκάνδαλα της δεκαετίας του 2000 (βλέπε υπόθεση Enron), για τη σκανδαλώδη αύξηση του χάσματος απολαβών μεταξύ διευθυντικών στελεχών και απλών εργαζομένων, για τη φούσκα των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων και το επακόλουθο κραχ του 2007-08, ακόμα και για την εκλογή Τραμπ!

Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, η σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του φημισμένου πανεπιστημίου συνέβαλε σχεδόν σε κάθε κακό γεγονός που σημάδεψε τον αμερικανικό επιχειρηματικό κόσμο και την αμερικανική οικονομία τον περασμένο αιώνα. Στον απόηχο οποιουδήποτε σκανδάλου χρηματοοικονομικής κατάρρευσης ή ύφεσης -για τα οποία ο Μακ Ντόναλντ θεωρεί ότι έχει συμβάλει το Χάρβαρντ- οι πτυχιούχοι του νίπτουν τα χείρας τους, αποστασιοποιούνται, αλλά ακόμα έχουν το θράσος να κινητοποιούν τους ειδικούς τους ως λύση στα προβλήματα.

Η σχολή έχει στελεχώσει με έναν δυσανάλογα μεγάλο αριθμό αποφοίτων τις εταιρείες συμβούλων που αναδύθηκαν τη δεκαετία του 1950 , μετέπειτα την Wall Street τη δεκαετία του 1980 και την επόμενη δεκαετία συνέβαλε καθοριστικά στην εμφάνιση της τάσης των νεοφυών επιχειρήσεων.

Μεγάλο μέρος του πλούτου που συσσωρεύθηκε όλα αυτά τα χρόνια “επέστρεψε” βεβαίως πίσω, με τους καθηγητές της να κερδίζουν τεράστια ποσά παρέχοντας υπηρεσίες συμβούλων σε επιχειρήσεις οι οποίες έχουν στελεχωθεί από πρώην φοιτητές τους, που με τη σειρά τους συνεισφέρουν γενναιόδωρα στη χρηματοδότηση της σχολής, η “προίκα” της οποίας έφτασε το 2015 τα 3,3 δισ. δολάρια, μια σημαντική μερίδα του τεράστιου συνολικού “αποθεματικού” του πανεπιστημίου, ύψους 32,7 δισ. δολαρίων.

 

"Χρηματοπιστωτική μηχανική"

Ο Μακ Ντόναλντ επικρίνει συγκεκριμένους καθηγητές ως υπεύθυνους για τα επώδυνα φαινόμενα και τις καταστάσεις που σημάδεψαν τα τελευταία χρόνια την αμερικανική οικονομία με την πρακτική των επιθετικών και μοχλευμένων εξαγορών, την “εμμονή”, όπως τη χαρακτηρίζει, με τις τιμές των μετοχών σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα καθώς και άλλες μορφές “χρηματοπιστωτικής μηχανικής” που οδήγησαν στα σκάνδαλα της Enron και της WorldCom την περασμένη δεκαετία, όπως επίσης και στην εμφάνιση του φαινομένου των εξαιρετικά υψηλών αμοιβών των διευθυντικών στελεχών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιογράφου, το 1992 η μέση αμοιβή των διευθυνόντων συμβούλων των επιχειρήσεων στη λίστα Fortune 500 -των 500 μεγαλύτερων επιχειρήσεων των ΗΠΑ- ήταν τα 2,7 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Μέχρι το 2000, το ποσό αυτό είχε εκτοξευτεί στα 14 εκατ.!

Για τον συγγραφέα του “Χρυσού Διαβατηρίου” η επικέντρωση στην αύξηση της χρηματιστηριακής αξίας μιας επιχείρησης σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα είναι ένα μοντέλο μάνατζμεντ που οφείλει την πατρότητά του στη σχολή. Κατ’ αυτό, το κύριο καθήκον ενός μάνατζερ είναι να μεγιστοποιήσει την αξία των μετοχών της εταιρείας, κάτι που όμως λειτουργεί διαβρωτικά για το μοντέλο της μακρόπνοης επένδυσης, στο πλαίσιο της οποίας η διοίκηση μιας επιχείρησης θεωρείται περισσότερο υπόλογη προς τους εργαζόμενους, τους πελάτες της και γενικότερα προς την κοινωνία.

Πάντως, η κριτική του Μακ Ντόναλντ, αν και δικαιολογημένη, είναι μονόπλευρη, λέει ο Στιούαρτ, καθώς "δεν φαίνεται δίκαιο να κατηγορείς ένα πανεπιστήμιο για τα οικονομικά δεινά του κόσμου". Και εξηγεί:

“Αν και οι ενέργειές τους βρίσκονται στο επίκεντρο μιας έντονης συζήτησης, οι απόφοιτοι του Χάρβαρντ -αρχίζοντας από τον πρώην πρόεδρο Τζορτζ Μπους, τον πρώην υπουργό Οικονομικών Χανκ Πόλσον και τον πρώην πρόεδρο της επιτροπής κεφαλαιαγοράς Κρίστοφερ Κοξ- πιστώνονται από πολλούς με την άμβλυνση των ζημιών του χρηματοπιστωτικού κραχ του 2007-08 και τη διάσωση της χώρας από μια ακόμη χειρότερη καταστροφή.

Για να πάρουμε μόνο ένα αντιπαράδειγμα, ο νεαρός πρώην τραπεζίτης επενδύσεων της Goldman Sachs Φαπρίς Τουρέ, ένα από τα λίγα πρόσωπα της Wall Street που καταδικάστηκαν για απάτη όσον αφορά τον ρόλο του στα -βασισμένα σε ενυπόθηκα δάνεια- πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά προϊόντα τα οποία συνέβαλαν στην κρίση (σ.σ.: βλ. ταινία "Το μεγάλο σορτάρισμα"), είναι απόφοιτος της γαλλικής École Centrale και του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, όχι του Χάρβαρντ”.

Σύμφωνα με τον Στιούαρτ, οι διάσημες γαλλικές Grandes Écoles (ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εκτός του κύριου πλαισίου του γαλλικού πανεπιστημιακού συστήματος, που επιλέγουν φοιτητές για εισαγωγή σε μεταπτυχιακό επίπεδο) φαίνεται επίσης να έχουν βγάλει έναν μεγάλο αριθμό “χρηματοοικονομικών μηχανικών” που βοήθησαν άθελά τους στην κρίση.

Για τον σχολιαστή της NYT, τα πράγματα είναι κάπως πιο απλά: Δεδομένου του μεγάλου αριθμού αποφοίτων του Harvard Business σε υψηλόβαθμες εκτελεστικές θέσεις, ήταν αναπόφευκτο πολλοί να παγιδευτούν σε αυτό που εξελίχθηκε αργότερα σε παγκόσμια καταστροφή. "Είναι ντροπή που κάποιοι από αυτούς δεν είδαν την επερχόμενη θύελλα για να σημάνουν συναγερμό. Αλλά σχεδόν κανείς δεν το έκανε, συμπεριλαμβανομένων των αποφοίτων κάθε άλλης σχολής επιχειρήσεων" γράφει ο Στιούαρτ.

Ο σχολιαστής στέκεται συμπερασματικά σε μια διατύπωση του Μακ Ντόναλντ για τη φημισμένη σχολή: “Μπορεί και πρέπει να παίξει έναν ρόλο βοηθώντας τους ανθρώπους που θέλουν να μπουν στον κόσμο των επιχειρήσεων να ανακαλύψουν εκ νέου έναν σκοπό πέραν του κέρδους. Πρέπει να αποφοιτήσουν περισσότεροι άνθρωποι που θέλουν να λύσουν προβλήματα και λιγότεροι από εκείνους που τα δημιουργούν”...

Δείτε όλα τα σχόλια