Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αντώνης Τζανακόπουλος: Ο διχασμός του Βrexit - Μια πολυδιάστατη πολιτική και υπαρξιακή κρίση

"Η κριτική θέση του Κόρμπιν υπέρ της παραμονής έχει προοπτική και μπορεί με μια καλή προεκλογική εκστρατεία και το δεδομένο των ευκαιριακών συμμαχιών με υπέρμαχους της παραμονής στην Ε.Ε., να τον οδηγήσει στην πρωθυπουργία"

Η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, είτε με τη μορφή εκλογών είτε με τη μορφή δημοψηφίσματος, είναι αναπόφευκτη με δεδομένο τον βαθύ διχασμό της βρετανικής κοινωνίας για το Βrexit και την κρίση εκπροσώπησης που αναδείχθηκε από τον... μύλο στη Βουλή των Κοινοτήτων.

Μέσα σε αυτό το πολυδιάστατο πολιτικό σκηνικό, η κριτική στάση του ηγέτη των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν απέναντι στην Ε.Ε. θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην πρωθυπουργία, εκτιμά ο Αντώνης Τζανακόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Οι Εργατικοί και τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης μπλόκαραν τον ελιγμό του πρωθυπουργού Τζόνσον για πρόωρες εκλογές στα μέσα Οκτωβρίου, δηλαδή την παραμονή της ευρωπαϊκής συνόδου κορυφής. Τα ίδια κόμματα αποφάσισαν περαιτέρω κοινή δράση ώστε να μην στηθούν πρόωρες κάλπες πριν από τον Νοέμβριο.

Προς το παρόν ο Τζόνσον φαίνεται πως είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τον δρόμο της διαπραγμάτευσης ή έστω να υποκρίνεται πως διαπραγματεύεται για ακόμα τρεις μήνες με τις Βρυξέλλες. Είναι ένας δρόμος γεμάτος παγίδες και εκπλήξεις. Ένας δρόμος που, όπως επισημαίνει ο Αντώνης Τζανακόπουλος, αν οδηγήσει τελικά σε "άτακτο" Brexit, είναι πιθανό να φέρει ραγδαίες εξελίξεις στη Σκωτία και τη Βόρεια Ιρλανδία χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί ακόμη και η διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου.

 

* Πόσο αντιπροσωπευτική είναι η σημερινή Βουλή; Θα μπορούσαμε να δούμε στην επόμενη Βουλή το κόμμα του Φάρατζ, που ήταν ο μεγάλος νικητής των ευρωεκλογών;

Εξαρτάται από το πώς αντιλαμβάνεται κανείς την αντιπροσώπευση. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ένα αρκετά περίεργο εκλογικό σύστημα, τουλάχιστον για μας στην Ελλάδα. Η επικράτεια χωρίζεται σε μονοεδρικές περιφέρειες, όπου κάθε κόμμα κατεβάζει μόνο μία υποψήφια. Την έδρα κερδίζουν το κόμμα και η υποψήφια που συγκεντρώνουν τις περισσότερες ψήφους, το σύστημα δηλαδή είναι πλειοψηφικό και υπάρχει μια στενή αμφίδρομη σχέση μεταξύ κόμματος και υποψήφιας: πολλές έδρες θεωρούνται ασφαλείς για ένα κόμμα, π.χ. για τους Συντηρητικούς, όπου όποια υποψήφια και να κατεβάσουν θα κερδίσουν. Άλλες έδρες κερδίζονται από ένα κόμμα επειδή η υποψήφιά του στην εν λόγω περιφέρεια χαίρει σημαντικής εκτίμησης από το εκλογικό σώμα.

Αυτό δημιουργεί την εξής συνθήκη: οι ψηφοφόροι ψηφίζουν κόμμα και υποψήφια με μια κίνηση, δεν επιλέγουν υποψήφιες εντός του ίδιου συνδυασμού όπως στην Ελλάδα. Κατ’ αποτέλεσμα, η βουλεύτρια που εκλέγεται φυσικά εκλέγεται με συγκεκριμένο κόμμα, και στο κόμμα αυτό πηγαίνει η έδρα, εκπροσωπεί όμως την περιφέρειά της πολύ πιο στενά από ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Στις εκλογές του 2017 και τα δύο μεγάλα κόμματα είχαν στα προγράμματά τους τον σεβασμό του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος. Αυτό δημιουργεί δύο προβλήματα:

Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι πολλά μέλη της Βουλής των Κοινοτήτων έχουν εκλεγεί σε περιφέρειες που ψήφισαν υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε., αλλά πρέπει φυσικά να υπηρετήσουν μια πολιτική υπέρ της εξόδου, αφού σε αυτήν έχει δεσμευτεί το κόμμα τους. Αυτά τα μέλη διχάζονται μεταξύ κομματικής πειθαρχίας και αντιπροσώπευσης της περιφέρειάς τους.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι φυσικά η ερμηνεία του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος. Η επιλογή της εξόδου από την Ε.Ε. μπορεί να επικράτησε, είναι όμως προφανές ότι η επιλογή αυτή μπορεί να έχει πολλές ερμηνείες: έξοδος χωρίς συμφωνία, έξοδος με συμφωνία αλλά με αποχώρηση από κοινή αγορά και τελωνειακή ένωση, αποχώρηση από κοινή αγορά αλλά όχι από τελωνειακή ένωση, αποχώρηση με παραμονή σε κοινή αγορά και τελωνειακή ένωση κ.λπ.

Αυτό είναι σύνηθες πρόβλημα με τα δημοψηφίσματα όπου το ερώτημα που τίθεται απαντάται ουσιαστικά με ένα «ναι» ή ένα «όχι» και οι ερμηνείες που μπορούν να δοθούν σε αυτές τις απαντήσεις (αλλά και στο ίδιο το ερώτημα) είναι πολλές. Π.χ. στο ελληνικό δημοψήφισμα του 2015 ο λαός κλήθηκε να απαντήσει αν αποδέχεται ή όχι την πρόταση των δανειστών για ολιγόμηνη επέκταση του δεύτερου Μνημονίου. Το «όχι» στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε να έχει πολλές ερμηνείες: όχι, δεν δεχόμαστε και άρα βγαίνουμε από την Ε.Ε. και το ευρώ, όχι δεν δεχόμαστε και άρα μένουμε στην Ε.Ε. αλλά βγαίνουμε από το ευρώ, όχι δεν δεχόμαστε αλλά θέλουμε άλλη συμφωνία κ.λπ.

Τέτοιες ερμηνείες δόθηκαν και από υπέρμαχους και από πολέμιους του «όχι». Η διαφορά είναι ότι στο ελληνικό δημοψήφισμα ο τότε πρωθυπουργός, που τάχθηκε υπέρ του «όχι», έδωσε και την ερμηνεία του (και άρα και της κυβέρνησής του) σε αυτό το «όχι»: δεν σήμαινε έξοδο από Ε.Ε. και ευρώ, σήμαινε εντολή για διεκδίκηση νέας συμφωνίας (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι άλλοι δεν συνέχισαν να δίνουν άλλες ερμηνείες).

Αντίθετα, στο βρετανικό δημοψήφισμα ο τότε πρωθυπουργός τάχθηκε υπέρ της παραμονής, ενώ αυτοί και αυτές που τάσσονταν υπέρ της εξόδου δεν είχαν κάποια κυρίαρχη ή κρατούσα ερμηνεία για το αν η έξοδος θα ήταν «σκληρή» ή «μαλακή», πόσο μάλλον για το τι θα σήμαινε για κοινή αγορά, τελωνειακή ένωση κ.λπ.

Ως εκ τούτων, μια βουλεύτρια των Συντηρητικών σήμερα μπορεί να είναι υπέρ της εξόδου, αλλά να μην συμφωνεί με την ερμηνεία του Τζόνσον ότι αυτή μπορεί και να πρέπει να γίνει χωρίς συμφωνία, ή να είναι κατά της εξόδου γιατί εκπροσωπεί περιφέρεια που ψήφισε υπέρ της παραμονής. Αντίστοιχα, μια βουλεύτρια των Εργατικών, που πλέον φαίνεται να είναι κοντά στο να ταχθούν ανοιχτά υπέρ της παραμονής, μπορεί να δυσκολεύεται σε σχετικές ψηφοφορίες, καθώς εκπροσωπεί περιφέρεια που είναι υπέρ της εξόδου.

Η κρίση εκπροσώπησης λόγω της αμφίδρομης στενής σχέσης βουλεύτριας - κόμματος φαίνεται ξεκάθαρα τις τελευταίες μέρες στη Βουλή των Κοινοτήτων, καθώς πολλές βουλεύτριες των Συντηρητικών (που είχαν εκλεγεί με την Τερέζα Μέι επικεφαλής) αντιτάχθηκαν ανοιχτά στο διαφαινόμενο σχέδιο της εξόδου από την Ε.Ε. χωρίς συμφωνία που φαίνεται να προωθεί ο νέος πρωθυπουργός Τζόνσον, ο οποίος προχώρησε και σε αναστολή λειτουργίας (αναστολή της κοινοβουλευτικής περιόδου) του Κοινοβουλίου (δηλ. της Βουλής των Κοινοτήτων και της Βουλής των Λόρδων). Έτσι, ήδη ένας βουλευτής «διέσχισε το διάδρομο» (που χωρίζει συμπολίτευση από αντιπολίτευση) και άρα αποχώρησε από τους Συντηρητικούς χωρίς να παραδώσει την έδρα του (στερώντας έτσι από τον Τζόνσον την πλειοψηφία στη Βουλή των Κοινοτήτων, όχι όμως και την εμπιστοσύνη της Βουλής, η άρση της οποίας απαιτεί άλλη διαδικασία), 21 βουλευτές και βουλεύτριες διεγράφησαν αφού ψήφισαν υπέρ πρότασης νόμου στον οποίο είχε αντιταχθεί η κυβέρνηση, κι έτσι είναι πλέον ανεξάρτητοι - με αποτέλεσμα να μειωθεί ακόμη περισσότερο η κοινοβουλευτική δύναμη του κυβερνώντος κόμματος, που είχε ήδη χάσει την πλειοψηφία), ενώ την Πέμπτη παραιτήθηκε από το αξίωμά του και ο αδελφός του πρωθυπουργού και υπουργός της κυβέρνησης Τζο Τζόνσον.

Λόγω της στενής σχέσης βουλεύτριας - κόμματος, η παραίτηση (που στην Ελλάδα θα ήταν παράδοση της έδρας στο κόμμα και έτσι θα γινόταν βουλεύτρια η πρώτη επιλαχούσα) οδηγεί σε νέα εκλογική διαδικασία (by-election) στην περιφέρεια αυτή, την οποία μπορεί και να κερδίσει αντίπαλο κόμμα.

Η κατάσταση λοιπόν αυτή τη στιγμή στη Βουλή των Κοινοτήτων είναι, για να το πω απλά, μύλος. Οι βουλευτές, ειδικά των Συντηρητικών, είναι παντελώς διχασμένες και σε πολύ δύσκολη κατάσταση.

Τώρα, σε ό,τι αφορά το κόμμα του Φάρατζ και την παρουσία του στην επόμενη Βουλή, εγώ δεν το θεωρώ ιδιαίτερα πιθανό. Επικράτησε μεν στις ευρωεκλογές, αλλά θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι, εκτός από τελείως διαφορετικό εκλογικό σύστημα σε αυτές τις εκλογές, τα χαρακτηριστικά της ψήφου είναι επίσης τελείως διαφορετικά (χαλαρότητα, τιμωρία μεγάλων κομμάτων κ.λπ.). Θυμίζω ότι το κόμμα του Φάρατζ (τότε το UKIP) είχε κερδίσει και τις προηγούμενες ευρωεκλογές, αλλά εξέλεξε έναν μόνο βουλευτή στις εκλογές του 2015, ενώ έλαβε 12,6% των ψήφων στην επικράτεια. Εξέλεξε δηλαδή όσες βουλεύτριες εξέλεξαν και οι Πράσινοι στην ίδια εκλογική αναμέτρηση, που έλαβαν 3,8% των ψήφων στην επικράτεια.

* Υπάρχουν όντως δυο μεγάλα αντίπαλα στρατόπεδα ή επιμέρους υποσύνολα που θα καθορίσουν το αποτέλεσμα της σύγκρουσης;

Το πρόβλημα είναι ακριβώς ότι δεν υπάρχουν δύο μεγάλα αντίπαλα στρατόπεδα, αλλά πολλά στρατόπεδα με επιμέρους επικαλύψεις ή ευκαιριακές συμπορεύσεις. Δηλαδή δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει ένα στρατόπεδο υπέρ της εξόδου και ένα υπέρ της παραμονής, για τους λόγους που εξήγησα παραπάνω περί ερμηνείας της λαϊκής ετυμηγορίας στο δημοψήφισμα του 2016.

Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τα επιμέρους στρατόπεδα ως ένα φάσμα που στα δύο άκρα έχουν την παραμονή και την έξοδο, χωρίς συμφωνία αντίστοιχα, και τις ενδιάμεσες θέσεις: δεύτερο δημοψήφισμα περί παραμονής ή εξόδου, δεύτερο δημοψήφισμα επί της συμφωνίας που θα επιτευχθεί μετά από αναδιαπραγμάτευση, αποδοχή της συμφωνίας που έχει ήδη επιτύχει η Μέι και θέση αυτής στη λαϊκή ετυμηγορία, αποδοχή της συμφωνίας που έχει επιτύχει η Μέι και έξοδος με αυτούς τους όρους, επαναδιαπραγμάτευση συμφωνίας και έξοδος με τους όρους της νέας κ.λπ.

Τα στρατόπεδα αυτά, με την υπάρχουσα κοινοβουλευτική αριθμητική, μπορούν να δημιουργούν ευκαιριακούς συνασπισμούς κατά μιας θέσης, π.χ. κατά της εξόδου χωρίς συμφωνία ή κατά του δεύτερου δημοψηφίσματος ή κατά της συμφωνίας Μέι, αλλά δεν μπορούν να συνασπιστούν προς κάποια θέση ως προς το τι θα πρέπει να συμβεί. Ως εκ τούτου, η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, είτε με τη μορφή εκλογών είτε με τη μορφή δημοψηφίσματος, είναι αναπόφευκτη.

Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης θα καθοριστεί από τη νέα Βουλή των Κοινοτήτων που θα προκύψει από την εκλογική διαδικασία (πράγμα που είναι και το πιθανότερο) ή από νέο δημοψήφισμα, εκτός αν ο Τζόνσον πετύχει το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα που επιχειρεί, και οδηγήσει σε έξοδο χωρίς συμφωνία. Αυτό το ενδεχόμενο φαίνεται αυτή τη στιγμή να είναι πια απίθανο (έχει χάσει όλες τις ψηφοφορίες στη Βουλή των Κοινοτήτων την προηγούμενη εβδομάδα και τόσο οι Κοινότητες όσο και οι Λόρδοι έχουν πλέον εγκρίνει νομοθεσία που θα του απαγορεύει την έξοδο χωρίς συμφωνία).

Οι Εργατικοί, το brexit και οι κάλπες

* Ο διχασμός της βρετανικής κοινωνίας πάνω στον άξονα του Brexit διαπερνά και τους Εργατικούς. Σε ποιο βαθμό; Τι σημαίνει αυτό για τον Κόρμπιν, την πολιτική ατζέντα του και τη διεκδίκηση της πρωθυπουργίας;

Σε μεγάλο βαθμό. Τα λεγόμενα «κάστρα του Βορρά» των Εργατικών ψήφισαν κατά της παραμονής στην Ε.Ε., ενώ το Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας (που κυριαρχεί στην προοδευτική Σκωτία, στην οποία παλιά οι Εργατικοί είχαν την ξεκάθαρη πρωτοκαθεδρία) έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ της παραμονής, αφού άλλωστε η Σκωτία ψήφισε με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε. Είναι δύσκολο λοιπόν για τους Εργατικούς να ταχθούν ξεκάθαρα υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε. και κατά του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος. Ταυτόχρονα στο τελευταίο τους συνέδριο πριν από ένα χρόνο στο Λίβερπουλ αποφάσισαν έναν οδικό χάρτη τον οποίο τηρούν απαρέγκλιτα, ως τώρα, παρά την αρνητική δημοσιότητα.

Σε αδρές γραμμές ο χάρτης αυτός λέει: έξοδος με συμφωνία, αλλά, για να στηρίξουμε την όποια συμφωνία φέρει η κυβέρνηση των Συντηρητικών, εφόσον πληροί κάποιες βασικές προϋποθέσεις (π.χ. σχετικά με εργατικά δικαιώματα), αλλιώς ζητάμε εκλογές και επαναδιαπραγματεύομαστε εμείς τη συμφωνία και, αν αυτό δεν είναι εφικτό, ζητάμε δεύτερο δημοψήφισμα όπου τασσόμαστε (όπως και στο προηγούμενο) υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε. Αυτή τη στιγμή είμαστε στα τελικά στάδια αυτής της στρατηγικής, αφού πλέον είμαστε πολύ κοντά σε εθνικές εκλογές.

Σε ό,τι αφορά την πολιτική ατζέντα Κόρμπιν, αυτή επηρεάζεται από το διχασμό, αλλά νομίζω ότι ο Κόρμπιν είχε πολύ καλή στάση και στο δημοψήφισμα του 2016, παρά το ότι κατηγορήθηκε ότι δεν έδωσε μάχη υπέρ της παραμονής. Κατά τη γνώμη μου ο Κόρμπιν είχε την πιο σωστή και λεπτομερή στάση επ’ αυτού. Τα δημοψηφίσματα, που τίθενται με τη μορφή διπόλου σχεδόν αποκλειστικά, δεν ευνοούν την επιχειρηματολογία με αποχρώσεις, αλλά προκρίνουν καθαρές -άρα και απλουστευτικές- θέσεις. «Ναι στην Ε.Ε., είναι το καλύτερο πράγμα που μας έχει συμβεί ποτέ» / «Όχι στη δικτατορία των Βρυξελλών, είμαστε ένα τεράστιο έθνος που τα καταφέρνουμε και μόνοι μας» κ.λπ.

Αντίθετα ο Κόρμπιν πήρε μια κριτική θέση υπέρ της παραμονής: να παραμείνουμε γιατί σε τελική ανάλυση κερδίζουμε πολλά από αυτήν την παραμονή, αλλά να έχουμε υπόψη τα πολλά αρνητικά της Ε.Ε. με τη σημερινή της μορφή και να προσπαθήσουμε να τα διορθώσουμε. Αυτή η θέση είναι πολύ πιο ουσιαστική από το άκριτο «ναι» που υιοθέτησε η καμπάνια υπέρ της παραμονής, μαζί με τις ακρότητες περί της καταστροφής που θα έφερνε το “όχι”, όπου ως συνήθως θα έβρεχε βατράχια, ακρίδες, αίμα κ.λπ. -αυτό πάντα δημιουργεί αντίδραση στον κόσμο. Πιστεύω ότι αυτή η θέση «με αποχρώσεις» έχει προοπτική και μπορεί, με μια καλή προεκλογική εκστρατεία και το δεδομένο των ευκαιριακών συμμαχιών με υπέρμαχους της παραμονής στην Ε.Ε., να τον οδηγήσει στην πρωθυπουργία.

* Πόσο πιο κοντά είμαστε στη διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου; Τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο για τους λαούς και την οικονομία, π.χ. Σκωτσέζοι και πετρέλαιο της Βόρειας Θάλασσας; Στην Ιρλανδία πόσο «ανθεκτικό» είναι το σύνορο της Βόρειας Ιρλανδίας;

Σε περίπτωση άτακτου Brexit, Brexit δηλαδή χωρίς συμφωνία, όλα είναι ανοικτά. Σε ό,τι αφορά τη Σκωτία, η χώρα έχει ψηφίσει ξεκάθαρα υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε., ενώ στις εθνικές εκλογές και στις εκλογές για το σκωτσέζικο Κοινοβούλιο έχει επικρατήσει με μεγάλη διαφορά το Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας, με εκπεφρασμένη θέση υπέρ της ανεξαρτησίας και υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε. Την ημέρα μετά το δημοψήφισμα δε τέθηκε από το Εθνικό Κόμμα το ζήτημα της ανεξαρτητοποίησης και πάλι. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι σε περίπτωση άτακτου Brexit η πίεση για ανεξαρτητοποίηση θα είναι αφόρητη, ενώ τα αποτελέσματα ενός σχετικού δημοψηφίσματος είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένα.

Ανεξαρτητοποίηση της Σκωτίας θα σημαίνει φυσικά ότι το νέο κράτος θα αποκτήσει αυτοδικαίως δική του αιγιαλίτιδα ζώνη (ύδατα, έδαφος και υπέδαφος έως τα 12 ναυτικά μίλια υπό την κυριαρχία του) και δική του υφαλοκρηπίδα (κυριαρχικά δικαιώματα πάνω σε φυσικούς πόρους σε έδαφος και υπέδαφος έως τα 200 ναυτικά μίλια), άρα και σε όποιες πετρελαιοπηγές βρίσκονται εντός αυτής, ενώ αναμφίβολα θα κηρύξει και αποκλειστική οικονομική ζώνη για να επεκτείνει κυριαρχικά δικαιώματα και στους φυσικούς πόρους της θάλασσας έως τα 200 ναυτικά μίλια.

Σε ό,τι αφορά την Ιρλανδία, η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής, με την οποία έληξαν οι συνεχείς εντάσεις και στρατιωτικές και παραστρατιωτικές επιχειρήσεις στη Βόρεια Ιρλανδία, απαιτεί να μην υπάρχει σκληρό σύνορο πάνω στο νησί της Ιρλανδίας (να μην υπάρχει δηλαδή σκληρό σύνορο μεταξύ Δημοκρατίας της Ιρλανδίας (ΕΪΡΕ) και της Βόρειας Ιρλανδίας, που είναι μια από τις τέσσερις χώρες του Ηνωμένου Βασιλείου. Όσο και τα δύο κράτη (ΕΪΡΕ και Η.Β.) είναι μέλη της Ε.Ε., δεν υπάρχει κανένα τέτοιο πρόβλημα: λόγω κοινής αγοράς και τελωνειακής ένωσης, δεν υπάρχει σκληρό σύνορο.

Με την αποχώρηση όμως του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε., την κοινή αγορά και την τελωνειακή ένωση, θα πρέπει να δημιουργηθεί ξανά σκληρό σύνορο. Αυτό όχι μόνο παραβιάζει τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής, αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ανάφλεξη, αφού οι περισσότερες επιθέσεις κατα της διάρκεια των «αναταραχών» (“Troubles”), στις οποίες έβαλε τέλος η Συμφωνία, γίνονταν σε τελωνειακά και συνοριακά φυλάκια.

Η προσωρινή λύση που δόθηκε με τη συμφωνία που πέτυχε η Μέι, και η οποία αποτέλεσε το λόγο για τη μη έγκρισή της από πολλές βουλεύτριες που τάσσονται υπέρ της εξόδου, είναι το λεγόμενο «backstop». Αυτό σημαίνει ότι, αν Η.Β. και Ε.Ε. δεν πετύχουν συμφωνία μελλοντικής σχέσης η οποία θα επιτρέπει να μην υπάρχει σύνορο (αυτό σημαίνει φυσικά ουσιαστικά παραμονή σε κάποιου τύπου τελωνειακή ένωση και σοβαρή κανονιστική σύγκλιση μεταξύ Η.Β. και Ε.Ε., δηλαδή στην ουσία κοινή ή αντίστοιχη νομοθεσία σε πάρα πολλά θέματα), η Βόρεια Ιρλανδία θα παραμείνει στην ουσία εντός Ε.Ε., δηλαδή χωρίς σύνορο με την Ε.Ε. και κοινή νομοθεσία, έως ότου βρεθεί λύση.

Αυτό θα σήμαινε ότι το σκληρό σύνορο θα βρισκόταν πια στην Ιρλανδική Θάλασσα, που χωρίζει το νησί της Ιρλανδίας από τη Μεγάλη Βρετανία. Το Η.Β. καθόλου δεν μπορεί να δεχτεί μια τέτοια λύση, αφού αυτό θα σήμαινε ντε φάκτο διαμελισμό του και ντε φάκτο ένωση Δημοκρατίας της Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας. Σε βάθος χρόνου αυτή η εκ των πραγμάτων κατάσταση θα παγιωνόταν και λογικά θα έπαιρνε και νομική μορφή.

Απώλεια της Βόρειας Ιρλανδίας, σε συνδυασμό με απώλεια της Σκωτίας, θα σήμαινε κοσμογονική αλλαγή για το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο θα αποτελούνταν πια μόνο από Αγγλία και Ουαλλία. Γι’ αυτό, με το backstop προβλεπόταν ότι σε τέτοια περίπτωση θα παρέμενε στην ουσία και το υπόλοιπο Η.Β. «ενωμένο» με την Ε.Ε. (χωρίς σκληρό σύνορο και με κοινή ή αντίστοιχη νομοθεσία), προκειμένου να μην επέλθει ντε φάκτο διαμελισμός του. Αυτό φυσικά θα σήμαινε περιορισμένη και εν μέρει μόνο θεωρητική έξοδο από την Ε.Ε., γι’ αυτό και το backstop δημιούργησε τόσο μεγάλα προβλήματα στην αποδοχή της συμφωνίας Μέι. Οι υπέρμαχοι της παραμονής έλεγαν πως είναι ό,τι χειρότερο, αφού σημαίνει απώλεια πλεονεκτημάτων από την Ε.Ε. αλλά ουσιαστική παραμονή εντός του κανονιστικού πλαισίου της σε πολλά θέματα, οι δε υπέρμαχοι της εξόδου έλεγαν ότι αποτελεί συμφωνία εξόδου μόνο στα χαρτιά, αφού στην ουσία θα συνεχιζόταν η παραμονή στην κανονιστική σφαίρα της Ε.Ε.

Σε περίπτωση άτακτου Brexit λοιπόν, με βάση τα παραπάνω, είναι πιθανό να έχουμε ραγδαίες εξελίξεις ως προς Σκωτία και Βόρεια Ιρλανδία και δεν μπορεί να αποκλειστεί ακόμη και η διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου.

Έξοδος χωρίς συμφωνία θα φέρει αβεβαιότητα

*Τελικά, πώς επηρεάζει την καθημερινότητα το Brexit;

Αυτή τη στιγμή, πέραν της σημαντικής πτώσης της λίρας και άρα της μείωσης της αγοραστικής δύναμης λόγω ανόδου των τιμών ειδικά στα εισαγόμενα προϊόντα, όχι ιδιαίτερα. Στο πανεπιστήμιο βλέπουμε μείωση στις φοιτήτριες από την Ε.Ε. που κάνουν αιτήσεις, αλλά περιορισμένη, ενώ ειδικά στη Νομική βλέπουμε μείωση στις φοιτήτριες που επιλέγουν μαθήματα ευρωπαϊκού δικαίου -πράγμα μερικώς αναμενόμενο: Γιατί να έρθει η άλλη να σπουδάσει ευρωπαϊκό δίκαιο στη χώρα του Brexit;

Η βασική αλλαγή είναι ο βαθύς διχασμός στην κοινωνία και η κόπωση με αυτήν την υπερτριετή πλέον διαδικασία. Πολύς κόσμος δεν μπορεί ή δεν θέλει να ασχοληθεί με τα δύσκολα θέματα που τίθενται και φωνάζει συνεχώς «Τελειώνετε!» (“Get on with it!”). Αυτό μπορεί να σημαίνει «κάντε ό,τι είναι να κάνετε, πολιτικοί, αλλά τελειώνετε με αυτό το ζήτημα για να συνεχίσουμε τη ζωή μας».

Φυσικά αυτό είναι αυταπάτη: έξοδος χωρίς συμφωνία δεν θα σημαίνει ότι πλέον ξέρουμε πού είμαστε και συνεχίζουμε τη ζωή μας, αλλά ότι μια μακρά περίοδος αναταραχής και αβεβαιότητας μόλις τώρα αρχίζει.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

ΜΜΕ και αυτοσεβασμός

Υπάρχουν Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που υπερασπίζονται την εγκυρότητα και την αντικειμενικότητά τους, ακολουθούν αυστηρά τους κανόνες δεοντολογίας και συχνά προθέτουν και δικούς τους. Το χαρακτηριστικό των μέσων αυτών είναι ο αυτοσεβασμός.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο